Πενταρχία με τη Ρώμη: επιστροφή στις ρίζες ή νέο σχίσμα;

Θα αποκαταστήσει η Κωνσταντινούπολη την αρχαία πενταρχία με επικεφαλής τη Ρώμη; Φωτογραφία: ΣΠΔ
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2026, στη Βουδαπέστη, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μίλησε στο XXVII Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Δικαίου των Ανατολικών Εκκλησιών, αφιερωμένο στη θέση του επισκόπου της Ρώμης στην καθολική και στην ορθόδοξη παράδοση. Στην ομιλία του αναφέρθηκε στη σημασία της αρχαίας πενταρχίας, δηλαδή του συστήματος διοίκησης της Εκκλησίας από πέντε θρόνους (Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιεροσόλυμα), το οποίο υπήρχε περίπου από τον 6ο αιώνα έως τα μέσα του 11ου αιώνα — συνολικά περίπου 500 χρόνια από τη 2000χρονη ιστορία της Εκκλησίας. Χαρακτήρισε αυτούς τους πέντε θρόνους «πεντάχορδη λύρα» της Οικουμενικής Εκκλησίας, η οποία πρέπει να ηχήσει ξανά με την πληρότητα της αρχαίας αρμονίας της.
Για τον σκοπό αυτό κάλεσε τους προκαθημένους των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων σε συνάντηση στις 30 Νοεμβρίου στο Φανάρι.
Για τον πέμπτο θρόνο (ή, καλύτερα να πούμε, τον πρώτο) δήλωσε τα εξής: «Προσδοκούμε …> την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία …> ώστε η Πενταρχία να γίνει και πάλι ολόκληρη».
Με ποια Ρώμη σκοπεύει να ενωθεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος;
Όπως είναι γνωστό, η ρήξη με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία χρονολογείται συνήθως στο 1054. Εκείνη την εποχή στον δυτικό χριστιανισμό είχαν επικρατήσει δύο διδασκαλίες, οι οποίες στην Ορθοδοξία θεωρούνται αιρετικές: η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα και τον Υιό (Φιλιόκβε) και η υπεροχή του Ρωμαίου ποντίφικα έναντι όλων των χριστιανών. Μάλιστα, η υπεροχή αυτή κατά την πρώτη χιλιετία διέφερε αρκετά ουσιωδώς από τη σημερινή ή, τουλάχιστον, νοούνταν διαφορετικά.
Στην ομιλία του στη Βουδαπέστη ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος παρουσίασε το πρωτείο της Ρώμης ως διακονία εντός των πέντε θρόνων, και τον πάπα της Ρώμης ως πρώτο μεταξύ ίσων. Με άλλα λόγια, ο Πατριάρχης, κρίνοντας από τη ρητορική του, προτείνει την επιστροφή στη δομή της Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Ωστόσο, δεν θα επιστρέψει η Ρώμη της πρώτης χιλιετίας, αλλά η σύγχρονη. Και η σημερινή Καθολική Εκκλησία δεν είναι πλέον καθόλου αυτή που ήταν πριν από χίλια χρόνια. Στους αιώνες που πέρασαν διατύπωσε μια ολόκληρη σειρά δογμάτων και δογματικών θέσεων, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από την Ορθοδοξία.
Το πιο προφανές παράδειγμα είναι η εξουσία του πάπα. Ο ισχύων Κώδικας Κανονικού Δικαίου της Καθολικής Εκκλησίας προσδίδει στον Ρωμαίο ποντίφικα όχι το πρωτείο μεταξύ ίσων, αλλά εξουσία «ανώτατη, πλήρη, άμεση και καθολική» (κανών 331). Σε αυτό προστίθεται το δόγμα περί της παπικής αλάθητου σε θέματα πίστεως και ηθικής.
Ο Καθολικισμός δεν προτίθεται να απαρνηθεί ούτε το δόγμα περί της εξουσίας του πάπα ούτε τα υπόλοιπα: για την άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου, για το καθαρτήριο και άλλα.
Η πλήρης ευχαριστιακή κοινωνία προϋποθέτει ενότητα πίστεως. Οι Καθολικοί δεν σκοπεύουν να υπαναχωρήσουν από την πίστη τους. Είναι έτοιμος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος να υπαναχωρήσει από τη δική του; Ή προτείνει απλώς να κλείσουμε τα μάτια σε όλα αυτά;
Απάντηση δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής.
Αλλά δεν είναι μόνο τα δόγματα που χωρίζουν σήμερα τους Καθολικούς και τους Ορθοδόξους. Στην Ανατολή και στη Δύση διαμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό διαφορετικοί πνευματικοί πολιτισμοί.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατανόηση της σωτηρίας. Στον καθολικισμό πρόκειται για νομικό μοντέλο, που διατυπώθηκε τον ΙΑ΄ αιώνα από τον Ανσέλμο του Καντέρμπουρυ: η αμαρτία είναι προσβολή της τιμής του Θεού, που απαιτεί ικανοποίηση (satisfaction). Με αυτή τη λογική συνδέεται και η πρακτική των συγχωρητηρίων (indulgentiae), που τόσο πολύ απαξίωσε τον χριστιανισμό στον ύστερο Μεσαίωνα. Και παρότι οι τότε καταχρήσεις σήμερα πρακτικά δεν υφίστανται πλέον, ο σύγχρονος καθολικός κατηχητικός ορισμός εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη συγχωρητήρια ως απαλλαγή από την «πρόσκαιρη ποινή» για αμαρτίες που έχουν ήδη συγχωρηθεί και κάνει λόγο για «θησαυρό των ικανοποιήσεων του Χριστού και των αγίων».
Διαφέρει και η ίδια η κουλτούρα της ευσέβειας. Στη Δύση, κατά τη δεύτερη χιλιετία, εμφανίστηκαν οι λατρείες της Υπεραγίας Καρδίας του Ιησού και του Ελέους του Θεού, ιδιαίτερη προσήλωση στα στίγματα, στις ιδιωτικές αποκαλύψεις και στη λίαν συναισθηματική μυστικιστική εμπειρία πολλών αγίων. Για παράδειγμα, το 2024 ο πάπας Φραγκίσκος αφιέρωσε στη λατρεία της Καρδίας του Ιησού ολόκληρη εγκύκλιο, την «Dilexit nos». Σε αυτήν παραθέτει εκτενώς τα οράματα της Μαργαρίτας Μαρίας Αλακόκ (ΙΖ΄ αιώνας): ο Χριστός της φανερώνει την φλεγόμενη καρδιά Του και βυθίζει μέσα της τη δική της καρδιά — έτσι ώστε αυτή γίνεται «σαν ένα μικρό άτομο, που το καταπίνει καμίνι φλογερό».
Η ορθόδοξη μυστική παράδοση, αντιθέτως, καλεί σε νήψη, σε κριτική αντιμετώπιση των οραμάτων και σε προσεκτική φύλαξη του εαυτού από την πλάνη.
Γι᾽ αυτό το να ενωθούν καθολικοί και ορθόδοξοι είναι πολύ πιο δύσκολο από το να τοποθετηθεί απλώς ξανά ο επίσκοπος της Ρώμης στην πρώτη θέση των αρχαίων διπτύχων.
Η πενταρχία ως προϊόν του Μεσαίωνα
Αυτό το σύστημα διοίκησης της Εκκλησίας διαμορφώθηκε αρκετά αργά, περίπου τον ΣΤ΄ αιώνα, μέσα στις γεωπολιτικές συνθήκες που είχαν τότε διαμορφωθεί. Οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων δεν το γνώριζαν ακόμη.
Στο έγγραφο «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία», το οποίο εγκρίθηκε από τη Διεθνή Μικτή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Καθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας τον Σεπτέμβριο του 2016, αναφέρεται ρητά: «Μεταξύ του Δ΄ και του Ζ΄ αιώνα έγινε αποδεκτή η τάξη των πέντε πατριαρχικών θρόνων».
Τυπικά η πενταρχία έληξε το 1054, μετά τη ρήξη των σχέσεων μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως. Όμως ήδη νωρίτερα, περίπου τον Ζ΄ αιώνα, μετά τις μουσουλμανικές κατακτήσεις της Παλαιστίνης, της Συρίας, της Αιγύπτου και της Βόρειας Αφρικής, μεταβλήθηκε πολύ σημαντικά. Οι χριστιανικές κοινότητες υπό μουσουλμανική κυριαρχία φτώχυναν και μειώθηκαν αισθητά. Η ζωή των χριστιανών, και ιδιαίτερα των ιεραρχών, μέσα στο μουσουλμανικό περιβάλλον έγινε επισφαλής.
Κατά τις επόμενες εποχές οι πατριάρχες των Εκκλησιών της Αντιόχειας, των Ιεροσολύμων και της Αλεξάνδρειας διέμεναν συχνά επί μακρόν στην Κωνσταντινούπολη, εξαρτώνταν καθοριστικά από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τον Βυζαντινό αυτοκράτορα (ενώ μετά το 1453 – από τον Τούρκο σουλτάνο), διορίζονταν από αυτούς και συντηρούνταν με δικά τους έξοδα. Τις εκκλησιαστικές τους δομές τις διοικούσαν συχνά μόνο κατ᾽ όνομα. Ήδη τότε η πενταρχία είχε μετατραπεί, στην ουσία, σε σκηνικό. Μετά το 1589, όταν η Εκκλησία της Μόσχας έγινε πατριαρχείο, γεννήθηκε η ιδέα ενός είδους νέας πενταρχίας, όπου τη θέση του πέμπτου ανατολικού θρόνου καταλάμβανε η Μόσχα. Ωστόσο, αυτή η κατασκευή δεν έγινε ποτέ αποκατάσταση της αρχαίας πενταρχίας με την κυριολεκτική έννοια.
Ιδιαίτερα ενδεικτική είναι η εξήγηση του γιατί η Κωνσταντινούπολη βρέθηκε ανάμεσα σε αυτούς τους πέντε πατριαρχικούς θρόνους. Οι κανόνες της Β΄ και της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου το αιτιολογούν κυρίως με πολιτικούς παράγοντες: η πόλη είναι η «νέα Ρώμη» και η «πόλη του βασιλέως και της συγκλήτου», δηλαδή η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, όπου βρίσκονται ο αυτοκράτορας και η σύγκλητος. Σήμερα, όπως γνωρίζουμε, δεν υπάρχει ούτε αυτοκρατορία ούτε αυτοκράτορας, η Κωνσταντινούπολη έχει πάψει προ πολλού να είναι πρωτεύουσα, ονομάζεται εντελώς διαφορετικά – Κωνσταντινούπολη (Ιστανμπούλ), και χριστιανοί σχεδόν δεν έχουν απομείνει εκεί. Ωστόσο, παρά την αρκετά σαφή αιτιολογία των κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων, ο προκαθήμενος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αξιώνει να είναι «πρώτος άνευ ίσων» σε ολόκληρη την Ορθοδοξία.
Έχουν άραγε οι εκκλησιαστικοί ιεράρχες συναίσθηση ότι το να επιχειρούν να αναβιώσουν τις μορφές διοίκησης της Εκκλησίας που υπήρχαν πριν από χίλια χρόνια σημαίνει να μετατρέψουν τη σημερινή Εκκλησία σε μνημείο του Μεσαίωνα;
Κατά πάσα πιθανότητα, ναι, τέτοια συναίσθηση υπάρχει, εκφράζεται όμως με πολύ διπλωματικό τρόπο.
Ακόμη και ο ορθόδοξο-ρωμαιοκαθολικός διάλογος δεν προτείνει τη μηχανική αναπαραγωγή του αρχαίου συστήματος. Τον Ιούνιο του 2023, στη ΙΕ΄ Ολομέλεια της ίδιας Διεθνούς Επιτροπής στην Αλεξάνδρεια, εγκρίθηκε το κείμενο «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά τη δεύτερη χιλιετία και σήμερα», στο οποίο αναφέρεται: «Στις νέες συνθήκες απαιτείται νέα και πρέπουσα εφαρμογή της ίδιας θεμελιώδους αρχής».
Ωστόσο, το κύριο ερώτημα στην αναβίωση της αρχαίας πενταρχίας είναι άλλο: πρέπει οι υπόλοιπες Τοπικές Εκκλησίες να γίνουν Εκκλησίες δεύτερης κατηγορίας; Να δέχονται άνευ όρων τις αποφάσεις των πέντε θρόνων; Ή τις περιμένει κάτι διαφορετικό;
Πού να τοποθετηθούν οι υπόλοιπες Τοπικές Εκκλησίες;
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει ήδη επιχειρήσει να μιλήσει για την αναβίωση της πενταρχίας. Ήδη από την 1η έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2011 συγκέντρωσε στο Φανάρι τους προκαθημένους των αρχαίων πατριαρχείων: Αλεξάνδρειας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας (τον Πατριάρχη Αντιοχείας εκπροσώπησε ο επίσκοπος Ισαάκ Απαμείας). Στη συνάντηση συμμετείχε επίσης ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου. Η ΣΠΖ (Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων) χαρακτήριζε στη συνέχεια ευθέως τη μορφή εκείνης της συνάντησης ως απόπειρα αναβίωσης της «νεοπενταρχίας».
Ωστόσο, το αποτέλεσμα εκείνης της συνάντησης είναι εξαιρετικά ενδεικτικό. Μετά τη συζήτηση, οι συμμετέχοντες πρότειναν στον Βαρθολομαίο να συγκαλέσει «Σύναξη των Πατριαρχών και Προκαθημένων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών». Δηλαδή, δεν ανέλαβαν την ευθύνη να μιλήσουν εξ ονόματος ολόκληρης της Ορθοδοξίας.
Αυτή η Σύναξη των Προκαθημένων πραγματοποιήθηκε στις 6–9 Μαρτίου 2014 και ανακοινώθηκε ως σημαντικό στάδιο προετοιμασίας της Συνόδου στην Κρήτη, την οποία ο πατριάρχης Βαρθολομαίος σχεδίαζε ως πανορθόδοξη. Η Σύνοδος αυτή έγινε το 2016, αλλά επειδή τέσσερις Τοπικές Εκκλησίες αρνήθηκαν να λάβουν μέρος σε αυτήν, de facto δεν ήταν πανορθόδοξη.
Στη Σύναξη του 2014 από τα χείλη του πατριάρχη Βαρθολομαίου ακούστηκαν εντελώς διαφορετικοί λόγοι. Αξιολογούσε θετικά την ύπαρξη του συστήματος των αυτοκεφάλων Τοπικών Εκκλησιών και δήλωνε ότι αυτό επιτρέπει την αποφυγή της ξένης προς την ορθόδοξη εκκλησιολογία ιδέας της «καθολικής εξουσίας» μιας Τοπικής Εκκλησίας ή του προκαθημένου της. Σύμφωνα με τα λόγια του, «η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί κοινωνία αυτοκεφάλων και αυτοδιοικούμενων Ορθοδόξων Εκκλησιών».
Και μιλώντας για την επικείμενη Σύνοδο στην Κρήτη (πανορθόδοξη – κατά την αντίληψη του Φαναρίου), ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπενθύμισε την αρχαία πενταρχία, αλλά αμέσως κατέληξε στο συμπέρασμα: επειδή στη δεύτερη χιλιετία εμφανίστηκαν νέα πατριαρχεία και αυτοκεφαλίες, «όλες οι αναγνωρισμένες αυτοκέφαλες Εκκλησίες πρέπει να εκπροσωπούνται».
Προκύπτει μια ενδιαφέρουσα εικόνα: το 2011 ο πατριάρχης Βαρθολομαίος ήταν υπέρ της αναβίωσης της πενταρχίας, το 2014 μιλούσε για τη σημασία όλων των Τοπικών Εκκλησιών, και το 2026 πάλι καλεί στον ήχο της «πεντάχορδης λύρας» της πενταρχίας. Πού όμως θα βάλουμε τις υπόλοιπες χορδές;
Φυσικά, κανείς δεν σκοπεύει να καταργήσει την αυτοκεφαλία της Σερβικής, της Ρουμανικής ή της Γεωργιανής Εκκλησίας. Αν όμως μόνο πέντε Εκκλησίες φέρουν «ιδιαίτερη ευθύνη για τις τύχες της Ορθοδοξίας», τι πρέπει να κάνουν οι υπόλοιπες; Διότι σε αυτήν την περίπτωση βρίσκονται αποκλεισμένες από τη λήψη των σημαντικότερων αποφάσεων. Και τους προτείνεται να εκτελούν τις αποφάσεις αυτές, απλώς εμπιστευόμενες τη «σοφία» των μελών της πενταρχίας, και όσο δεν υπάρχει ένωση με τους καθολικούς – των τεσσάρων πατριαρχείων.
Πόσο σοφότεροι όμως είναι από τους υπόλοιπους; Φυσικά, δεν διαθέτουμε όργανο που να μετρά τη «σοφία» των εκκλησιαστικών θρόνων. Παρ' όλα αυτά, ιδού λίγα στατιστικά στοιχεία: τα τέσσερα πατριαρχεία αριθμούν συνολικά, σύμφωνα με διάφορους υπολογισμούς, από 5 έως 8 χιλιάδες ενορίες, ενώ οι υπόλοιπες Τοπικές Εκκλησίες – από 70 έως 76 χιλιάδες. Δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση, τα τέσσερα πατριαρχεία εκπροσωπούν μόλις το 10 % του συνόλου των ορθοδόξων κοινοτήτων. Μοναστήρια στα τέσσερα πατριαρχεία υπάρχουν από 300 έως 350, σε όλες τις υπόλοιπες Εκκλησίες – από 2200 έως 2600. Θεολογικές σχολές στα τέσσερα πατριαρχεία υπάρχουν από 10 έως 15, στις υπόλοιπες Εκκλησίες – από 110 έως 130.
Με άλλα λόγια, μας προτείνεται οι σημαντικότερες αποφάσεις για ολόκληρη την Εκκλησία να λαμβάνονται μόνο από το ένα δέκατο αυτής. Και αν κανείς εξετάσει προσεκτικά τη σημερινή θέση αυτών των τεσσάρων πατριαρχείων, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αμφιλεγόμενη.
Η σημερινή θέση των τεσσάρων αρχαίων πατριαρχείων
Οι μακροχρόνιες και στενές σχέσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ και γενικά με το αμερικανικό κατεστημένο αποτελούν γνωστό γεγονός. Στον ιστότοπο της ΕΟΔ (Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων) υπάρχουν αρκετές δημοσιεύσεις με ανάλυση αυτών των σχέσεων.
Μέχρι ποιου επιπέδου φτάνουν αυτές οι σχέσεις, μπορεί κανείς να το κρίνει από τις δηλώσεις του μακαριστού Πατριάρχη Αθηναγόρα (Σπύρου), τον οποίο σήμερα τιμούν ιδιαιτέρως και στο όνομα του οποίου φέρει το κύρος βραβείο που απονέμουν οι άρχοντες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Για παράδειγμα, το 1948 δήλωσε στον ανταποκριτή της αμερικανικής εφημερίδας Evening Independent: «Θα προωθώ πάντοτε την Αμερική και τα αμερικανικά συμφέροντα, θα ζω με τα αμερικανικά ιδεώδη και θα τα κηρύττω». Και το 1957 είπε στον Αμερικανό γενικό πρόξενο Ρόμπερτ Μάινερ ότι «ο ίδιος και η υπηρεσία του (το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως – Σ.τ.Σ.) βρίσκονται πάντοτε στη διάθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, για να συμβάλλουν με κάθε δυνατό τρόπο στους εξωτερικοπολιτικούς στόχους της κυβέρνησης των ΗΠΑ».
Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων υφίσταται τεράστια πίεση εκ μέρους σιωνιστικών ομάδων, καθώς και οικονομικές δυσκολίες. Πρόσφατα κατάφερε να λάβει από την κυβέρνηση της Ελλάδας χρηματοδότηση για εργασίες αποκατάστασης και έρευνας.
Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν είναι το μόνο που βοηθά η Ελλάδα. Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας λαμβάνει από εκεί ακόμη πιο ουσιαστική και συστηματική στήριξη. Η Ελλάδα εν γένει χρηματοδοτεί οργανικές θέσεις, μισθούς, ασφάλιση και συνταξιοδοτική κάλυψη μέρους του κλήρου των αρχαίων πατριαρχείων, ενώ οι επίσημοι εκπρόσωποι των Αθηνών χαρακτηρίζουν ευθέως αυτή τη βοήθεια ως μέσο διασφάλισης της βιωσιμότητας των πατριαρχείων και διατήρησης του ελληνορθόδοξου χαρακτήρα τους.
Το Πατριαρχείο Αντιοχείας βρίσκεται, ίσως, στην πιο δύσκολη θέση από τους αρχαίους ανατολικούς θρόνους. Η κανονική του επικράτεια είναι κυρίως η Συρία και ο Λίβανος, που βιώνουν πόλεμο, οικονομική κρίση και πολιτική αστάθεια. Από την έναρξη του πολέμου στη Συρία ο αριθμός των χριστιανών στη χώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις, μειώθηκε κατά περίπου 80 %, ενώ μετά την αλλαγή εξουσίας τον Δεκέμβριο του 2024 το πατριαρχείο πρέπει να οικοδομήσει εκ νέου σχέσεις με τη νέα ηγεσία της Συρίας και να επιδιώξει εγγυήσεις ασφάλειας και ισότητας για τους χριστιανούς.
Δηλαδή, την ιδιαίτερη ευθύνη για τις τύχες της Ορθοδοξίας προτείνεται να την αναλάβουν οι Τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες βρίσκονται σε ισχυρή εξάρτηση από τις κοσμικές κυβερνήσεις, ενώ στην περίπτωση των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Κωνσταντινουπόλεως, από τις αρχές χωρών με μουσουλμανική πλειοψηφία.
Συμπεράσματα
Η επιδίωξη της ενότητας των χριστιανών αυτή καθαυτή είναι, αναμφίβολα, καλό έργο. Το χιλιετές χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης είναι μια τραγωδία, την οποία όλοι θα ήθελαν να ξεπεράσουν. Η ενότητα των Εκκλησιών όμως πρέπει να βασίζεται στην ενότητα της πίστεως και όχι στις συμφωνίες των εκκλησιαστικών διπλωματών. Ωστόσο, ακριβώς η πίστη βρίσκεται στο περιθώριο των συζητήσεων. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα ζητήματα του πρωτείου, σαν να μην τα έλυσε ο ίδιος ο Χριστός: «...εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος» (Μρκ. 9, 35).
Από το γεγονός ότι ο Πάπας της Ρώμης θα καταλάβει τη θέση του στην πενταρχία δεν πρόκειται να εξαφανιστούν ούτε τα καθολικά δόγματα, που διατυπώθηκαν κατά τη δεύτερη χιλιετία, ούτε οι διαφορές στις θεολογικές και πνευματικές παραδόσεις.
Εξίσου παράξενη φαίνεται η απόπειρα αποκατάστασης της διοικητικής δομής της χριστιανικής αυτοκρατορίας σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Επί αρκετούς αιώνες η πενταρχία υπήρξε σημαντική μορφή ζωής της αρχαίας Εκκλησίας. Στο σύνολό της ανταποκρινόταν στις τότε γεωπολιτικές συνθήκες: αυτοκρατορία, μοναρχία, κοινωνία τάξεων και ούτω καθεξής. Χωρίς την επάνοδο αυτών των συνθηκών, η αναβίωση της πενταρχίας θα μοιάζει με κωμικό αναχρονισμό.
Σήμερα ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ονειρεύεται να ηχήσει ξανά η «πεντάχορδη λύρα». Η εικόνα είναι ωραία, όμως μέσα σε χίλια πεντακόσια χρόνια η Ορθοδοξία απέκτησε και άλλες χορδές. Και αν χάριν των αρχαίων «πέντε χορδών» τους προταθεί να σιγήσουν ή να ηχούν χαμηλόφωνα, η πενταρχία θα γίνει όχι εργαλείο εκκλησιαστικής ενότητας, αλλά ακόμη μία αιτία διαίρεσης.
Παλλακίδα ή θυγατέρα; Για τις λέξεις που δεν επιτρέπεται να λέγονται για την Εκκλησία
Ο Άρχων της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης παρομοίασε την ΟΟΕ (Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία) με «παλλακίδα» της Μόσχας. Όμως στον άγιο Επιφάνιο Κύπρου οι «παλλακίδες» είναι οι αιρέσεις.
Το επαίσχυντο χρονικό μιας εβδομάδας: πώς γεννήθηκε η ΟΕΟΥ
Έξαρχοι υπό συνοδεία, τηλεφώνημα από την επιχειρησιακή αίθουσα και 36 ψήφοι υπέρ του Επιφανίου: τι αφηγήθηκε για τη «Σύνοδο» του 2018 μέλος της φαναριώτικης αντιπροσωπείας.
Μπορούν οι επαρχίες της ΟΟΕ να διαλυθούν χωρίς να περιμένουν την απόφαση για τη Μητρόπολη;
Πώς η ΚΥΕΕΕ εκκινεί χωριστές διαδικασίες κατά επαρχιών, μοναστηριών και ιδρυμάτων της ΟΟΕ, ενώ η δίκη για την υπόθεση της Μητροπόλεως Κιέβου συνεχίζεται ακόμη
Δύο δολοφονίες και μία σιωπή
Ο Ζελένσκι καταδίκασε τη δολοφονία του καθολικού ιερέα στην Πολωνία την ίδια κιόλας ημέρα. Για τον μοναχό της UOC στη Λαύρα του Σβιατογκόρσκ, ο οποίος δολοφονήθηκε έναν μήνα νωρίτερα, σιωπά μέχρι σήμερα.
Υπόκλιση προς το Φανάρι; Γιατί η Θεολογική Ακαδημία Κιέβου (KDA) συνεχάρη τον έξαρχο της Κωνσταντινούπολης
Αντιπροσωπεία της Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου συνεχάρη τον έξαρχο του Φαναρίου, ο οποίος σιωπά για τους διωγμούς κατά της UOC. Ποιος εξουσιοδότησε αυτή την ενέργεια και γιατί δεν την είδαν με καλό μάτι ούτε καν οι υποστηρικτές της OCU;
«Απο-μοσχοποίηση» για χάρη της ενότητας: πώς ο Σεβτσούκ ενώνει τους Ουκρανούς
Ο επικεφαλής της UGCC (Ουκρανικής Ελληνόρρυθμης Καθολικής Εκκλησίας) προειδοποιεί ότι ο εσωτερικός διχασμός απειλεί την ύπαρξη της Ουκρανίας, και ταυτόχρονα καλεί σε αγώνα εναντίον των «λάθος» ανθρώπων. Είναι αυτό γνωστική διαφωνία ή κάτι περισσότερο;