Η Σύνοδος της Κρήτης: δέκα χρόνια μιας ενότητας που δεν υπάρχει

Σήμερα 16:55
2
Από τη Σύνοδο της Κρήτης έχουν περάσει 10 χρόνια. Φωτογραφία: ΣΠΔ Από τη Σύνοδο της Κρήτης έχουν περάσει 10 χρόνια. Φωτογραφία: ΣΠΔ

Η Κωνσταντινούπολη τίμησε την επέτειο της Συνόδου της Κρήτης με μια θεολογική διάσκεψη στη Γαλλία. Μίλησαν για την ενότητα της Ορθοδοξίας, αν και στα χρόνια που πέρασαν αυτή έχει μειωθεί αισθητά.

Από τις 5 έως τις 8 Οκτωβρίου 2026 πραγματοποιήθηκε στο Σαντιγύ της Γαλλίας διεθνές συνέδριο για τα 10 χρόνια της Συνόδου της Κρήτης με τίτλο «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016–2026): αποτίμηση και προοπτικές». Το διοργάνωσε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Εκτός από αρχιερείς και θεολόγους από διάφορες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, στη συνάντηση παρευρέθηκαν εκπρόσωποι των Καθολικών, των Αγγλικανών και του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών. Το συνέδριο άνοιξε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ενώ τη συζήτηση του επίλογου διηύθυνε ο Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Εμμανουήλ. Ιδιαίτερο γεγονός υπήρξε η συμμετοχή στο συνέδριο εκπροσώπων των Τοπικών Εκκλησιών που δεν είχαν παραστεί στη Σύνοδο της Κρήτης: της Αντιοχείας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας. Απουσίαζαν από το Σαντιγύ μόνο οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Μόσχας, της Εκκλησίας της Πολωνίας και της Εκκλησίας των Τσεχικών Χωρών και της Σλοβακίας.

Σε ένα από τα μηνύματα της Συνόδου του 2016 αναφέρεται: «Κύρια προτεραιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ήταν η διακήρυξη της ενότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Όμως, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, ακριβώς μετά τη Σύνοδο ο διχασμός μεταξύ των Εκκλησιών μόνο βάθυνε. Δέκα χρόνια αργότερα, ασφαλώς, υπάρχει αφορμή για επετειακή εκδήλωση, αλλά οι λόγοι για πανηγυρισμούς είναι λίγοι.

Μια Σύνοδος που περίμεναν μισό αιώνα

Η άμεση προετοιμασία της Συνόδου ξεκίνησε το 1961 στο νησί της Ρόδου. Αρχικά προβλεπόταν να συζητηθεί ευρύ φάσμα θεμάτων των διεκκλησιαστικών σχέσεων και της εκκλησιαστικής ζωής, ωστόσο κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών συναντήσεων η ημερήσια διάταξη σταδιακά περιοριζόταν και αποδυναμωνόταν. Με απλά λόγια, από αυτήν αφαιρούνταν τα ζητήματα για τα οποία οι Εκκλησίες είχαν διαφωνίες, παρότι ακριβώς αυτά ήταν ζωτικής σημασίας. Για παράδειγμα, στην Κρήτη δεν έφτασαν ποτέ στη συζήτηση του σημαντικότατου θέματος – της διαδικασίας παραχώρησης αυτοκεφαλίας.

Όλες οι αποφάσεις της Συνόδου του 2016 είχαν συμφωνηθεί εκ των προτέρων, αν και στην ίδια τη Σύνοδο ορισμένες λεπτομέρειες τροποποιήθηκαν. Στο ερώτημα των επικριτών, ποιο το νόημα να συγκεντρωθούν όλοι, ακολουθούσε μια ασαφής απάντηση: το σημαντικό είναι να συναντηθούν σε τόσο υψηλό επίπεδο και να επιδείξουν ενότητα, και κάποια στιγμή θα φτάσουν και στα φλέγοντα προβλήματα.

Ωστόσο, στις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης υπήρχαν δύο σημεία που, αν και ίσως δεν υπήρξαν η κύρια αιτία της σύγκλησής της, είχαν πάντως πολύ μεγάλη σημασία για τους διοργανωτές. Πρόκειται για την επιβεβαίωση του ιδιαίτερου ρόλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ορθοδοξία και το άνοιγμα δυνατοτήτων για ευρύ οικουμενικό διάλογο, ιδίως με τους Καθολικούς.

Τον Ιούνιο του 2016 έφτασαν στην Κρήτη αντιπροσωπείες δέκα από τις δεκατέσσερις τότε γενικά αναγνωρισμένες αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Οι Εκκλησίες της Αντιοχείας, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας αρνήθηκαν να συμμετάσχουν. Οι λόγοι ήταν διάφοροι: διαφωνία με ορισμένα σχέδια κειμένων και με τη διαδικασία των εργασιών, καθώς και η σύγκρουση της Αντιοχείας με την Ιεροσολυμιτική Εκκλησία λόγω της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας στο Κατάρ. Παρ' όλα αυτά, η Σύνοδος ανακήρυξε τον εαυτό της «πανορθόδοξη» και ενέκρινε έξι κείμενα – για τη διασπορά, την αυτονομία, τη νηστεία, τον γάμο, τις σχέσεις με τους ετερόδοξους και την αποστολή της Εκκλησίας –, καθώς και δύο μηνύματα. Οι συμμετέχοντες επίσης πρότειναν να καταστούν οι τέτοιες σύνοδοι τακτικός θεσμός, κάτι που, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν έχει συμβεί.

Τι συζητήθηκε στο επετειακό συνέδριο

Και τα δέκα αυτά χρόνια το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επιμένει στον «πανορθόδοξο» χαρακτήρα της Συνόδου της Κρήτης και στον δεσμευτικό χαρακτήρα των εγκριθέντων σε αυτήν κειμένων, ακόμη και για εκείνες τις Τοπικές Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στις εργασίες της. Μιλώντας στο Σαντιγί, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δήλωσε εκ νέου ότι η άρνηση τεσσάρων Εκκλησιών να μεταβούν στην Κρήτη υπαγορεύθηκε από «εξωεκκλησιαστικά κριτήρια», ενώ η αναβολή της Συνόδου θα σήμαινε την οριστική ακύρωσή της.

Συζητήθηκαν κυρίως τα έξι κείμενα της Συνόδου της Κρήτης: τι προσέφεραν στην εκκλησιαστική ζωή, ποια ζητήματα έλυσαν και πού άφησαν αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις δεν αποκρύφθηκαν, ενώ κριτικές εκτιμήσεις διατυπώθηκαν και από εκπροσώπους του ίδιου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Πισιδίας Ιώβ (Γκέτσια) εξέφρασε κριτική για τη θέση της Συνόδου σε ζητήματα όπως το εκκλησιαστικό καθεστώς των ετεροδόξων, η θεολογία του ανθρώπινου προσώπου και η σχέση ανάμεσα στην κανονική ακρίβεια και την οικονομία.

«Η Σύνοδος, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί σχετικά με την εκκλησιαστικότητα των χριστιανών που βρίσκονται εκτός των κανονικών της ορίων», επισήμανε ο Γκέτσια. Κατά τη γνώμη του, ο τύπος περί αναγνώρισης της «ιστορικής ονομασίας» άλλων εκκλησιών και ομολογιών αποτέλεσε συμβιβασμό που δεν έλυσε τη θεολογική διαφωνία. Άσκησε επίσης κριτική στην απόφαση να παραμείνει η ρύθμιση των μικτών γάμων στην αρμοδιότητα των συνόδων των επιμέρους Εκκλησιών, καθώς και στη σχολαστική προσέγγιση της οριοθέτησης μεταξύ κανονικής ακρίβειας και οικονομίας.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Ιωάννης στην εισήγησή του υπενθύμισε ότι η ενότητα πρέπει όχι μόνο να ομολογείται, αλλά και να εκδηλώνεται στις σχέσεις μεταξύ των Εκκλησιών. Ως ένα από τα εμπόδια σε αυτόν τον δρόμο ανέφερε τις υπερβολές του εθνικισμού.

Οικουμενισμός και πρωτείο της Κωνσταντινουπόλεως

Στις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης διακρίνονται σαφώς δύο κατευθύνσεις που μέχρι σήμερα προκαλούν διαμάχες: η έγκριση του οικουμενικού διαλόγου και ο προσδιορισμός του ιδιαίτερου ρόλου της Κωνσταντινουπόλεως.

Ο οικουμενισμός, βεβαίως, δεν εμφανίστηκε το 2016. Ωστόσο το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης «Οι σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο» επιβεβαίωσε ότι η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο οικουμενικό κίνημα αξιολογείται θετικά.

Συγκεκριμένα, εκεί αναφέρεται: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορική ονομασία άλλων ετεροδόξων χριστιανικών εκκλησιών και ομολογιών, που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με αυτήν». Δηλαδή και αυτές μπορούν να ονομάζονται εκκλησίες. Ο τύπος αυτός προκάλεσε φόβους ότι η διάκριση μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των ετερόδοξων κοινοτήτων θα αρχίσει να θολώνει. Ταυτόχρονα, το κείμενο απορρίπτει την ιδέα της «ισότητας των ομολογιών» και της ενότητας μέσω διαομολογιακού συμβιβασμού.

Παρ' όλα αυτά, οι επικριτές της Συνόδου διέκριναν εδώ θεολογική υποχώρηση. Έτσι, ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος (Εκκλησία της Ελλάδος) κατηγόρησε τους διοργανωτές ότι «άνοιξαν διάπλατα την πόρτα στον οικουμενισμό».

Το δεύτερο ζήτημα είναι τα όρια του πρωτείου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης του αποδίδουν τις ακόλουθες συντονιστικές αρμοδιότητες:

1. Προεδρία στις συνελεύσεις των επισκόπων της διασποράς. Αυτές πρέπει να προεδρεύονται από αρχιερείς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. 2. Εξέταση πανεκκλησιαστικών ζητημάτων. Τα ζητήματα που απαιτούν πανορθόδοξη λύση παραπέμπονται στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως για περαιτέρω εξέταση. 3. Διευθέτηση διαφορών περί αυτονομίας. Εάν μεταξύ δύο Τοπικών Εκκλησιών προκύψει σύγκρουση σχετικά με την αυτονομία κάποιας εκκλησιαστικής περιοχής, τα μέρη απευθύνονται στον Οικουμενικό Πατριάρχη για την εξεύρεση κανονικής λύσης. 4. Συντονισμός της αυτονομίας στη διασπορά. Η ίδρυση αυτόνομων Εκκλησιών στη διασπορά επιτρέπεται μόνο με πανορθόδοξη συναίνεση, την οποία εξασφαλίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης.

Οι αρμοδιότητες αυτές ερμηνεύονται με διαφορετικούς τρόπους: άλλοι βλέπουν σε αυτές απλώς συντονισμό, άλλοι ήδη αξίωση εξουσίας. Στο Σαντιγί η διαφωνία αυτή συνεχίστηκε, φυσικά με διπλωματικές διατυπώσεις. Έτσι, ο αρχιδιάκονος Ιωάννης Χρυσαυγής (Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως) δήλωσε: «Η συνοδικότητα δεν σημαίνει απουσία ηγεσίας. Η συναίνεση δεν σημαίνει παράλυση». Κάπως διαφορετική άποψη εξέφρασε ο Καρόλ Σαμπά, εκπρόσωπος της Συνέλευσης των Ορθοδόξων Επισκόπων της Γαλλίας: «Φυσικά, χωρίς το Οικουμενικό Πατριαρχείο τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Αλλά ούτε το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα μπορέσει να πετύχει κάτι ουσιαστικό χωρίς την κοινή εργασία της Κωνσταντινουπόλεως με τις άλλες αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες».

Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στον συντονισμό και στην εξουσία επί των άλλων Εκκλησιών; Η Σύνοδος της Κρήτης δεν απάντησε σε αυτό το ερώτημα, ενώ τα μεταγενέστερα γεγονότα το κατέστησαν ακόμη πιο οξύ.

Δέκα χρόνια μετά: η ενότητα που δεν επιτεύχθηκε

Η Σύνοδος της Κρήτης δεν παρείχε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το καθολικό δικαίωμα να δέχεται εφέσεις κληρικών από άλλες Τοπικές Εκκλησίες. Παρ᾽ όλα αυτά, η Κωνσταντινούπολη διεκδίκησε ευθέως ένα τέτοιο δικαίωμα, εξετάζοντας τις εφέσεις του Φιλαρέτου Ντενισένκο και του Μακαρίου Μαλετίτς.

Πανω σε αυτο το θεμα Πολωνός ιεράρχης: Το αυτοκέφαλο δίνεται με σύμφωνη γνώμη όλων των Εκκλησιών
Αρχ. Γεώργιος υπενθύμισε ότι κατά την προετοιμασία για Σύνοδο της Κρήτης συμφωνήθηκαν έγγραφα ότι ο Τόμος δίνεται με τη σύμφωνη γνώμη των Προκαθημένων όλων των Εκκλησιών

Στις 11 Οκτωβρίου 2018 η Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως «αποκατέστησε» αυτούς μαζί με τους οπαδούς τους στην εκκλησιαστική κοινωνία και ακύρωσε το Συνοδικό της Γράμμα του 1686 για τη μεταβίβαση της Μητροπόλεως Κιέβου στη δικαιοδοσία της Ρωσικής Εκκλησίας. Και τον Ιανουάριο του 2019 ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπέγραψε και επέδωσε τον Τόμο αυτοκεφαλίας της ΟΕΟ.

Είναι προφανές ότι τέτοιες ενέργειες υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια του «συντονισμού». Η Κωνσταντινούπολη παρουσίασε αυτά τα βήματα ως υπέρβαση του ουκρανικού σχίσματος, όμως το σχίσμα μόνο βάθυνε, και μάλιστα όχι πλέον μόνο το ουκρανικό. Η ΟΟΕ και η ΡΟΕ διέκοψαν την ευχαριστιακή κοινωνία με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ακολούθησε η αφρικανική σύγκρουση. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος αναγνώρισε την ΟΕΟ τον Νοέμβριο του 2019, και τον Δεκέμβριο του 2021 η Ρωσική Εκκλησία ίδρυσε την Πατριαρχική Εξαρχία Αφρικής και δέχθηκε σε αυτήν αρχικά 102 κληρικούς του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας από οκτώ χώρες. Η Αλεξάνδρεια χαρακτήρισε αυτό εισβολή στη δικαιοδοσία της, η Μόσχα – απάντηση σε αιτήματα κληρικών που διαφωνούσαν με την αναγνώριση της ΟΕΟ.

Δεν έχει εξαφανιστεί ούτε η διαμάχη του Πατριαρχείου Αντιοχείας με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για το Κατάρ. Είναι αλήθεια ότι τον Οκτώβριο του 2023 οι Εκκλησίες αποκατέστησαν την ευχαριστιακή κοινωνία, αλλά το εδαφικό ζήτημα δεν έχει επιλυθεί οριστικά.

Φυσικά, δεν υπάρχουν λόγοι να ισχυριστεί κανείς ότι όλα αυτά τα σχίσματα προκλήθηκαν από τη Σύνοδο της Κρήτης. Δεν μπορεί όμως να αρνηθεί κανείς και ότι μετά τη Σύνοδο του 2016, η οποία κλήθηκε να επιβεβαιώσει την ενότητα, αυτή η ενότητα μειώθηκε σημαντικά.

Συμπέρασμα

Πώς, λοιπόν, μπορεί να επιτευχθεί η ενότητα ή τουλάχιστον να σημειωθεί κάποια πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση; Μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η πραγματική εφαρμογή της αρχής της συνοδικότητας στη ζωή της Εκκλησίας. Ο Μητροπολίτης Ιώβ (Γκέτσα) στην ομιλία του στο Σαντιγύ δήλωσε: «Μετά τη διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη επικρατούσε ενθουσιασμός. Ελπίζαμε ότι θα εγκαινιάσει μια νέα εποχή συνοδικότητας στην Ορθόδοξη Εκκλησία και θα αποτελέσει την αρχή της τακτικής σύγκλησης τέτοιων συνόδων κάθε επτά ή δέκα χρόνια. Δυστυχώς, η κρίση που διέρχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επέτρεψε την υλοποίηση αυτής της ευσεβούς επιθυμίας».

Εδώ όμως ο Γκέτσα ακριβώς συγχέει την αιτία με το αποτέλεσμα: δεν εμποδίζει η κρίση τη διεξαγωγή συνόδων, αλλά η απουσία συνόδων σε μεγάλο βαθμό γεννά την κρίση. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για κάποιον λόγο θεωρεί ότι μόνο αυτό έχει το δικαίωμα να συγκαλεί πανορθόδοξες συνόδους ή παρόμοιες συναντήσεις. Τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον έχουν παρακαλέσει επανειλημμένα να συγκαλέσει μια τέτοια σύνοδο για την επίλυση του ουκρανικού εκκλησιαστικού προβλήματος και άλλων ζητημάτων, αλλά ο προκαθήμενος του Φαναρίου αρνείται πεισματικά. Ισχυρίζεται ότι έχει ήδη «λύσει» το πρόβλημα – μονοπρόσωπα, με τον Τόμο του – και δεν υπάρχουν λόγοι να συγκληθεί οποιαδήποτε σύνοδος. Και όσο το Φανάρι εμμένει σε αυτή τη θέση, η ενότητα των Τοπικών Εκκλησιών θα παραμένει μόνο μια «ευσεβής επιθυμία».

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης