Δίκη χωρίς δικαιοσύνη: γιατί η Κωνσταντινούπολη χάνει την εμπιστοσύνη της Εκκλησίας

Η εκδίκαση της υποθέσεως του Μητροπολίτη Τυχικού από τον Οικουμενικό Θρόνο κατέστη τυπική διαδικασία. Φωτογραφία: ΕΟΔ

Ας υπενθυμίσουμε εν συντομία ότι το 2025 η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου έλαβε την απόφαση να απομακρύνει τον Μητροπολίτη Τυχικό από τη διοίκηση της Μητροπόλεως Πάφου. Η απόφαση αυτή, κατά την άποψη της πλειονότητας των ειδικών, ελήφθη χωρίς τη δέουσα κανονική έρευνα και χωρίς την τήρηση των στοιχειωδών δικαστικών διαδικασιών που προβλέπονται από τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας.

Ο Μητροπολίτης Τυχικός, ευρισκόμενος σε μια κατάσταση όπου δεν κατέστη δυνατή η αποκατάσταση της δικαιοσύνης σε τοπικό επίπεδο, άσκησε το νόμιμο δικαίωμά του – το δικαίωμα του ἐκκλήτου.
Το ἔκκλητον είναι το αρχαίο κανονικό δικαίωμα κάθε επισκόπου ή κληρικού μιας Τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να προσφύγει κατά της απόφασης της Συνόδου του στο Οικουμενικό (Κωνσταντινουπόλεως) Πατριαρχείο.
Δεν πρόκειται απλώς για μια νομική λεπτομέρεια ή μια γραφειοκρατική διατύπωση.
Για αιώνες, το ἔκκλητον λειτουργούσε ως ανώτατο δικαστήριο – εγγύηση ότι ένας αδίκως καταδικασμένος ιεράρχης θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια αμερόληπτη εξέταση της υπόθεσής του, μακριά από τοπικά πολιτικά πάθη και προσωπικές συγκρούσεις.

Για τον μέσο Ορθόδοξο πιστό μπορεί να φαίνεται ότι η τύχη ενός Κύπριου μητροπολίτη αποτελεί εσωτερική υπόθεση μιας επιμέρους εκκλησιαστικής επαρχίας. Ωστόσο, αυτό αποτελεί πλάνη. Η υπόθεση του Μητροπολίτη Τυχικού είναι ένα παράδειγμα που δείχνει πώς λειτουργούν σήμερα οι ανώτεροι μηχανισμοί της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.

Κάθε πιστός οφείλει να κατανοεί ότι οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας δεν θεσπίστηκαν για να παραμένουν ανενεργοί στα αρχεία, αλλά για να υπερασπίζονται την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Το δικαίωμα του ἐκκλήτου παραχωρήθηκε στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως από τις Οικουμενικές Συνόδους όχι ως εργαλείο άσκησης πολιτικής επιρροής ή επιβολής της βούλησής του σε άλλες Τοπικές Εκκλησίες, αλλά ως σταυρός διακονίας.
Πρόκειται για καθήκον – να αποτελεί την έσχατη αρχή της αλήθειας, όπου η κρίση δεν βασίζεται σε συμπάθειες ή πολιτικούς υπολογισμούς, αλλά αποκλειστικά στο γράμμα και το πνεύμα των Ιερών Κανόνων.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε αναλυτικά, βασιζόμενοι στους Ιερούς Κανόνες, σε επίσημες δηλώσεις και σε μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, τι είναι το δικαίωμα του ἐκκλήτου, πώς πρέπει να εφαρμόζεται και τι συνέβη στην πραγματικότητα κατά τη συνεδρίαση της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία εξέτασε την έφεση του Μητροπολίτη Πάφου

Τι είναι το δικαίωμα του ἐκκλήτου σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες;

Για να κατανοήσουμε την ουσία του προβλήματος, είναι αναγκαίο να προσφύγουμε στις πρωτογενείς πηγές – στους Ιερούς Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίοι διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης χιλιετίας της χριστιανικής ιστορίας και παραμένουν ο αδιαμφισβήτητος νόμος για όλες τις Τοπικές Εκκλησίες.
Το δικαίωμα του ἐκκλήτου (της έφεσης) δεν θεσπίστηκε για να εξυπηρετήσει προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά κατοχυρώθηκε συνοδικά από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως αναγκαίος μηχανισμός για τη διατήρηση της τάξης και την προστασία από την αυθαιρεσία σε τοπικό επίπεδο

Ιστορικά, ο θεσμός της έφεσης άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από τη Σύνοδο της Σαρδικής (343), η οποία παραχώρησε το δικαίωμα της έφεσης στον Επίσκοπο Ρώμης ως επίσκοπο της αρχαίας πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας.
Καθοριστικά κείμενα που κατοχύρωσαν αυτό το δικαίωμα για τον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως αποτέλεσαν οι Κανόνες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε στη Χαλκηδόνα το 451.
Με την ανάδειξη της Κωνσταντινουπόλεως ως Νέας Ρώμης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κατέστη ο κύριος θεματοφύλακας αυτού του δικαιώματος στην Ανατολική Χριστιανοσύνη, και μετά το οριστικό σχίσμα των Εκκλησιών τον 11ο αιώνα – ο μόνος.

Ο 17ος Κανόνας της ίδιας Συνόδου συμπληρώνει και διευκρινίζει τη διάταξη αυτή, ορίζοντας: «Εἴ τις ἀδικεῖται ὑπὸ τοῦ ἰδίου μητροπολίτου, κρινέσθω ἢ παρὰ τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως ἢ παρὰ τῷ θρόνῳ τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως, καθὼς προείρηται».
Με τον τρόπο αυτό, ο Κανόνας επιβεβαιώνει ότι, σε περίπτωση αδικίας εκ μέρους του μητροπολίτου, προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής σε ανώτερη εκκλησιαστική αρχή, είτε στον έξαρχο της διοικήσεως είτε στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

Ο κανόνας αυτός καθορίζει με σαφήνεια τη διαδικασία της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.
Εάν η διαφορά προκύπτει μεταξύ κληρικού και επισκόπου, επιλύεται σε επίπεδο μητροπόλεως.
Ωστόσο, εάν η σύγκρουση αφορά τον ίδιο τον μητροπολίτη (τον επικεφαλής μιας τοπικής εκκλησιαστικής επαρχίας), τότε η προσφυγή μπορεί να υποβληθεί είτε στον έξαρχο (τον επικεφαλής μιας ευρύτερης εκκλησιαστικής διοικήσεως) είτε απευθείας στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως

Ο 17ος Κανόνας της ίδιας Συνόδου συμπληρώνει και εξειδικεύει τη διάταξη αυτή στο πλαίσιο των εδαφικών διαφορών, ορίζοντας: «Εἴ τις ἀδικεῖται ὑπὸ τοῦ ἰδίου μητροπολίτου, κρινέσθω ἢ παρὰ τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως ἢ παρὰ τῷ θρόνῳ τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως, καθὼς προείρηται».
Με τον τρόπο αυτό, ο Κανόνας διευκρινίζει ότι σε περίπτωση αδικίας εκ μέρους του μητροπολίτου προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής σε ανώτερη εκκλησιαστική αρχή, είτε στον έξαρχο της διοικήσεως είτε απευθείας στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως

Ακριβώς αυτοί οι δύο Κανόνες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιώματος του ἐκκλήτου.
Καταδεικνύουν ότι οι Πατέρες της Συνόδου θεωρούσαν τον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ως την ανώτατη δικαστική αρχή, ικανή να επιλύει διαφορές που δεν μπορούν να διευθετηθούν σε τοπικό επίπεδο.
Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το δικαίωμα αυτό παραχωρήθηκε ως εγγύηση δικαιοσύνης για όσους υφίστανται αδικία (όπως αναφέρεται στον 17ο Κανόνα: «Εἴ τις ἀδικεῖται»).

Ο κύριος σκοπός του ἐκκλήτου είναι η προστασία των αδίκως καταδικασθέντων, η αποκατάσταση της καταπατημένης δικαιοσύνης και η διόρθωση των δικαστικών σφαλμάτων των τοπικών Συνόδων.

Εξίσου σημαντικός είναι και ο περίφημος 28ος Κανόνας της Συνόδου της Χαλκηδόνας, ο οποίος επιβεβαίωσε και διεύρυνε τα προνόμια της Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία της είχαν ήδη παραχωρηθεί από τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381).
Ο 28ος Κανόνας ορίζει: «Ἀκολουθοῦντες ἐν πᾶσι τοῖς ὁρισμοῖς τῶν ἁγίων Πατέρων… ἀποφαινόμεθα καὶ ὁρίζομεν περὶ τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Νέας Ῥώμης· διὰ τὸ εἶναι τὴν πόλιν βασιλεύουσαν, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀπέδωκαν τὰ πρεσβεῖα τῷ θρόνῳ τῆς Παλαιᾶς Ῥώμης· καὶ τῇ αὐτῇ γνώμῃ κινούμενοι, οἱ ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπέδωκαν ἴσα πρεσβεῖα τῷ ἁγιωτάτῳ θρόνῳ τῆς Νέας Ῥώμης

Ο Κανόνας αυτός εξίσωσε κατά τιμήν τον Επίσκοπο της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως) με τον Επίσκοπο της Παλαιᾶς Ρώμης και του παραχώρησε το δικαίωμα να χειροτονεί μητροπολίτες στις διοικήσεις του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης (δηλαδή στη σημερινή Τουρκία και τα νοτιοανατολικά Βαλκάνια), καθώς και επισκόπους σε περιοχές πέραν αυτών των διοικήσεων.
Αργότερα, το 692, ο 36ος Κανόνας της Πενθέκτης (εν Τρούλλῳ) Συνόδου επιβεβαίωσε εκ νέου τα προνόμια του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως.

Ωστόσο, διαβάζοντας αυτούς τους Κανόνες, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε το ουσιώδες: στην ορθόδοξη εκκλησιολογία, κάθε «προνόμιο» ή «δικαίωμα» συνδέεται άρρηκτα με το καθήκον και τη διακονία

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι «πρῶτος μεταξύ ἴσων» (primus inter pares).
Δεν πρόκειται για την απόλυτη εξουσία ενός μονάρχη, αλλά για πρωτείο τιμής και διακονίας.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το δικαίωμα εκδίκασης εφέσεων επιβάλλει στον Οικουμενικό Θρόνο τεράστια κανονική ευθύνη.

Όταν ένας αδικημένος επίσκοπος προσφεύγει στην Κωνσταντινούπολη, αναμένει ότι η υπόθεσή του θα εξεταστεί αμερόληπτα, αυστηρά επί της ουσίας των κατηγοριών που έχουν διατυπωθεί εναντίον του και σε πλήρη συμμόρφωση με το γράμμα και το πνεύμα των Κανόνων.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε αυτή την περίπτωση, ενεργεί ως ανεξάρτητος διαιτητής, υπεράνω τοπικών πολιτικών ίντριγκων, προσωπικών αντιπαθειών και διοικητικών πιέσεων.
Εάν όμως η εφετειακή αρχή αρχίσει να καθοδηγείται όχι από τους Κανόνες, αλλά από πολιτική σκοπιμότητα, από συμπάθειες προς τη μία πλευρά ή από την επιθυμία επιβολής συγκεκριμένων θεολογικών απόψεων, τότε το ίδιο το νόημα του ἐκκλήτου αναιρείται.
Η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε εργαλείο επιρροής και οι συνοδικές αποφάσεις σε μέσο άσκησης πίεσης.

Τι λέγουν για το ἐκκλήτον ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και οι ιεράρχες της Κωνσταντινουπόλεως;

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος χαρακτηρίζουν το δικαίωμα του ἐκκλήτου ως βαρύ σταυρό διακονίας και ιερή υποχρέωση.
Στις επίσημες ομιλίες, τα μηνύματα και τις συνεντεύξεις τους, οι ιεράρχες της Κωνσταντινουπόλεως υπογραμμίζουν ότι τα προνόμιά τους δεν έχουν δοθεί για κυριαρχία, αλλά για τη διακονία της ενότητας της Εκκλησίας και την προάσπιση της κανονικής τάξεως.

Σε ένα από τα βασικά κείμενα που δημοσιεύθηκαν στην επίσημη ιστοσελίδα της Αρχιεπισκοπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τίτλο «Η Καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η σημασία του 28ου Κανόνα της Χαλκηδόνας», παρατίθεται μία ιδιαίτερα σημαντική δήλωση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
Εξηγώντας τον ρόλο της Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρει:

«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως ο Πρώτος Θρόνος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχει λάβει, δια των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων (Κανόνας 3 της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου· Κανόνες 9, 17 και 28 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου· Κανόνας 36 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου) και δια της πολυαιωνίου εκκλησιαστικής πράξεως, την εξαιρετική ευθύνη και την υποχρεωτική αποστολή να μεριμνά για την προάσπιση της πίστεως, όπως αυτή έχει παραδοθεί σε εμάς, καθώς και της κανονικής τάξεως (τάξις).
Και έτσι, με τη δέουσα φρόνηση, επί δεκαεπτά αιώνες εκπληρώνει αυτή την υποχρέωση έναντι των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, πάντοτε εντός του πλαισίου της κανονικής παραδόσεως και πάντοτε διά της χρήσεως του συνοδικού συστήματος».

Στη δήλωση αυτή, ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος χαρακτηρίζει τα προνόμια αυτά – συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος εκδίκασης εφέσεων βάσει των Κανόνων 9 και 17 – ως «αποκλειστική ευθύνη» και «υποχρεωτική αποστολή».
Τονίζει ότι η αποστολή αυτή πρέπει να ασκείται πάντοτε «εντός του πλαισίου της κανονικής παραδόσεως». Αυτό σημαίνει ότι κάθε απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί εφέσεως οφείλει να είναι κανονικώς άψογη, διαφανής και αυστηρά τεκμηριωμένη.

Σε άλλη ομιλία του, η οποία εκφωνήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Τάρτου (Εσθονία) το 2000, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος διατύπωσε αυτή τη θέση ακόμη πιο σαφώς:

«Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ουδέποτε διεκδίκησε πρωτείο διοικήσεως ή εξουσίας μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ούτε θεώρησε τον εαυτό του ως περιβεβλημένον με αλάθητη εξουσία.
Όλοι οι Οικουμενικοί Πατριάρχες θεωρούσαν και θεωρούν τους εαυτούς τους επιφορτισμένους με το βαρύ φορτίο της διακονίας προς όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, μια διακονία η οποία καθίσταται αναγκαία όταν οι ίδιες αδυνατούν να επιλύσουν ορισμένα προβλήματα, όταν καθίσταται απαραίτητος ο συντονισμός των εκκλησιαστικών ενεργειών, ή όταν Εκκλησίες ή μέλη αυτών προσφεύγουν σε αυτούς ζητώντας παρέμβαση για τη ρύθμιση σημαντικών ζητημάτων, τα οποία δεν θα μπορούσαν να επιλυθούν επιτυχώς με άλλον τρόπο».

Και εδώ επανέρχεται το θέμα του βαρέος βάρους της διακονίας.
Ο Πατριάρχης απορρίπτει κάθε ισχυρισμό περί αλαθήτου ή διοικητικού αυταρχισμού.
Τοποθετεί τον Οικουμενικό Θρόνο ως την ανώτατη αρχή, στην οποία προσφεύγουν σε έσχατες περιπτώσεις, όταν η τοπική εκκλησιαστική αρχή αδυνατεί να διασφαλίσει τη δικαιοσύνη.
Και είναι απολύτως προφανές ότι μια τέτοια παρέμβαση έχει νόημα μόνον εφόσον είναι απολύτως αμερόληπτη και αντικειμενική.

Αξίζει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, στην ομιλία του κατά την ενθρόνισή του το 1991, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπογράμμισε:
«Θεωρούμε υπεύθυνο καθήκον μας να δηλώσουμε σαφώς ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα παραμείνει καθαρά πνευματικός θεσμός».

Τα λόγια αυτά, τα οποία εκφωνήθηκαν στην αρχή της πατριαρχικής του διακονίας, έχουν μεγάλη σημασία και, δυστυχώς, συχνά λησμονούνται.
Ο όρος «καθαρά πνευματικός θεσμός» σημαίνει ελευθερία από κοσμικούς υπολογισμούς, πολιτικούς συμβιβασμούς και κάθε είδους πίεση.
Θα μπορούσε κανείς να ανακαλέσει πολλά παραδείγματα αποφάσεων που έρχονται σε αντίθεση με αυτά τα λόγια του Πατριάρχη. Ωστόσο, ας περιοριστούμε στην εξής παρατήρηση:

όταν ένας επίσκοπος, αδίκως καταδικασμένος από τη Σύνοδό του, προσφεύγει στο Φανάρι, ελπίζει να συναντήσει εκεί ακριβώς έναν τέτοιο «πνευματικό θεσμό» – έναν θεσμό που θα εξετάσει την ουσία των κατηγοριών, θα ακούσει και τις δύο πλευρές, θα ελέγξει τα αποδεικτικά στοιχεία και θα εκδώσει μια απόφαση βασισμένη αποκλειστικά στην αλήθεια του Θεού και στους Κανόνες της Εκκλησίας.

Κατά συνέπεια, οι ίδιοι οι ιεράρχες της Κωνσταντινουπόλεως θέτουν τα κριτήρια με τα οποία μπορούμε και οφείλουμε να αξιολογούμε τις πράξεις τους.
Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, το δικαίωμα του ἐκκλήτου δεν συνιστά τυφλή επικύρωση των αποφάσεων των τοπικών Συνόδων προς διατήρηση καλών σχέσεων με τους προκαθημένους τους.
Δεν αποτελεί εργαλείο προσαρμογής των θεολογικών απόψεων στα πρότυπα του Φαναρίου.
Αντιθέτως, πρόκειται για ένα αυστηρό κανονικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει να εξετάζει την υπόθεση επί της ουσίας.
Και ακριβώς με αυτό το μέτρο, που τίθεται από τον ίδιο τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τους ιεράρχες του, οφείλουμε να προσεγγίσουμε την εξέταση της υποθέσεως του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού.

Η ουσία της υποθέσεως του Μητροπολίτη Τυχικού: έφεση ή ιερά εξέταση;

Υπενθυμίζουμε ότι η απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου σχετικά με τον Μητροπολίτη Τυχικό ελήφθη κατά παράβαση των υποχρεωτικών διαδικασιών.
Το γεγονός αυτό έχει επισημανθεί επανειλημμένως και δεν θα επανέλθουμε σε αυτό.
Αρκεί να σημειωθεί ότι η Σύνοδος της Κύπρου απαίτησε από τον ιεράρχη να υπογράψει ένα έγγραφο υπό τον τίτλο «Ομολογία Πίστεως».
Στο έγγραφο αυτό καλείτο να αναγνωρίσει τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης του 2016 και να καταδικάσει την πρακτική της «μη μνημονεύσεως» (δηλαδή της διακοπής της ευχαριστιακής κοινωνίας με ιεράρχες για δογματικούς λόγους).
Ο Μητροπολίτης Τυχικός αρνήθηκε να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο, δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να καταδικάσει ό,τι επιτρέπεται από τους Ιερούς Κανόνες.
Η αναφορά στην «Ομολογία Πίστεως» γίνεται αποκλειστικά λόγω της άμεσης σχέσης της με το θέμα του παρόντος άρθρου και τα γεγονότα που έγιναν γνωστά μέσω του ελληνικού Τύπου.

Θεωρώντας εαυτόν αδίκως καταδικασμένον, ο Μητροπολίτης Τυχικός άσκησε το δικαίωμα του ἐκκλήτου και προσέφυγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Θα ανέμενε κανείς ότι, σε αυτό το ανώτατο επίπεδο, η υπόθεση θα εξεταζόταν επί της ουσίας: αν τηρήθηκαν οι αναγκαίες κανονικές διαδικασίες στην Κύπρο, αν ο Τυχικός παραβίασε συγκεκριμένους Κανόνες που να δικαιολογούν την καθαίρεσή του από τον θρόνο του, και ούτω καθεξής.

Ωστόσο, όσα συνέβησαν κατά τη συνεδρίαση της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν επιβεβαίωσαν αυτές τις προσδοκίες.

Ο γνωστός Έλληνας δημοσιογράφος Διονύσιος Μακρής δημοσίευσε στην εφημερίδα Orthodoxos Typos (Νοέμβριος 2025, τεύχος 281) αποκαλυπτικές λεπτομέρειες σχετικά με τη συνεδρίαση της Συνόδου για την υπόθεση του Μητροπολίτη Τυχικού.

Σύμφωνα με τον Διονύσιος Μακρής, η Σύνοδος, αντί να εξετάσει την ουσία της εφέσεως και να ελέγξει τη βασιμότητα των κατηγοριών της Εκκλησίας της Κύπρου, ασχολήθηκε με εντελώς διαφορετικά ζητήματα, όπως η αποσαφήνιση των θέσεων του Μητροπολίτη σε γενικότερα εκκλησιαστικά θέματα, τα οποία δεν συνδέονταν άμεσα με την υπόθεσή του.
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος I υπέβαλε προσωπικά στον Μητροπολίτη Τυχικό ερωτήματα που, σύμφωνα με την περιγραφή, έμοιαζαν με έλεγχο της εκκλησιαστικής του στάσεως.

Έτσι περιγράφεται ο διάλογος στην εφημερίδα Orthodoxos Typos

Πατριάρχης: «Ποια είναι η γνώμη σου για τον οικουμενισμό;»

Τυχικός: «Συγχωρήστε με, Παναγιώτατε, αλλά μου φαίνεται ότι η έφεση αφορά το ζήτημα που προέκυψε με τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου. Τι σχέση έχει ο οικουμενισμός με αυτό; Ήρθα εδώ για να μάθω αν η απομάκρυνσή μου ήταν δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να απαντήσω σε ερωτήσεις που δεν σχετίζονται με την υπόθεσή μου».

Πατριάρχης: «Μη αποφεύγεις. Αποδέχεσαι ή απορρίπτεις την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης;»

Τυχικός: «Γνωρίζετε πολύ καλά, Παναγιώτατε, ότι τότε δεν ήμουν ακόμη επίσκοπος (η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε το 2016 – σημ. συντ.). Εξελέγην αργότερα. Με την αποδοχή της χειροτονίας μου, ουσιαστικά αποδέχθηκα τις θέσεις της Εκκλησίας στην οποία ανήκω. Δεν εκφράζομαι δημοσίως ούτε αντιτίθεμαι».

Πατριάρχης: «Ποιες είναι οι σχέσεις σου με τον πατέρα Θεόδωρο Ζήση και το κίνημα των μη μνημονευόντων;»
(Ο πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης είναι κληρικός της Εκκλησίας της Ελλάδος, τελών υπό απαγόρευση αλλά όχι καθαιρεμένος, ο οποίος στο παρελθόν συνεργάστηκε στενά με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, αλλά στη συνέχεια διέκοψε το μνημόσυνό του – σημ. συντ.).

Τυχικός: «Ο πατέρας Θεόδωρος Ζήσης υπήρξε καθηγητής μου κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έκτοτε δεν διατηρώ ιδιαίτερες σχέσεις μαζί του».

Πατριάρχης: «Κυκλοφορούν φήμες ότι σκοπεύεις να χειροτονήσεις τον μοναχό Σεραφείμ και να καταστείς ηγέτης των μη μνημονευόντων. Ισχύει αυτό;»

Τυχικός: «Όχι, αυτό είναι ψευδές και αποτελεί απαράδεκτη συκοφαντία. Δεν γνωρίζω καν προσωπικά τον μοναχό Σεραφείμ».

Πατριάρχης: «Υποστηρίζεις τη μη μνημόνευση;»

Τυχικός: «Είμαι αντίθετος προς τη μη μνημόνευση που οδηγεί σε σχίσμα, Παναγιώτατε».

Από τον διάλογο αυτό καθίσταται σαφές σε ποια μορφή διεξήχθη το ἐκκλήτον.
Αντί της εξετάσεως του αντικειμένου της εφέσεως και των παραβιάσεων του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, συζητήθηκαν ζητήματα άσχετα με την υπόθεση.
Δεν υπήρξε ούτε ανάλυση των ενεργειών της Κυπριακής Συνόδου, ούτε κλήση και εξέταση μαρτύρων, ούτε διεξαγωγή κανονικής έρευνας.
Τελικώς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο όχι μόνο δεν ακύρωσε την αντικανονική απόφαση της Εκκλησίας της Κύπρου, αλλά και συνέστησε στον Τυχικό να συμμορφωθεί προς αυτήν, διατηρώντας τον στη θέση επισκόπου άνευ συγκεκριμένης έδρας.

Η περιγραφόμενη διαδικασία δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως εφετειακή δικαιοδοσία. Πιθανότερο φαίνεται ότι επρόκειτο για απόπειρα χρήσης του δικαιώματος του ἐκκλήτου ως μέσου άσκησης πίεσης, με στόχο την επίτευξη πολιτικής συναίνεσης με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Γεώργιο και την καταστολή συντηρητικών τάσεων εντός της Εκκλησίας. Η υπόθεση δεν εξετάστηκε επί της ουσίας, και ως εκ τούτου το εκδοθέν συμπέρασμα δεν μπορεί να θεωρηθεί κανονικώς άψογο.

Ανάλυση και συμπεράσματα: η κανονική καθαρότητα ως θεμέλιο της εμπιστοσύνης

Εξετάζοντας την υπόθεση του Μητροπολίτη Τυχικού υπό το πρίσμα των Ιερών Κανόνων και των δηλώσεων του ιδίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καταλήγουμε σε μια σειρά σημαντικών και, δυστυχώς, δυσοίωνων συμπερασμάτων.
Τα διατυπώνουμε με σεβασμό προς τον ιστορικό ρόλο του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και με τη σταθερή πεποίθηση ότι η αλήθεια πρέπει να τίθεται υπεράνω όλων.

Πρώτον, το δικαίωμα του ἐκκλήτου (της εφέσεως) δεν αποτελεί προνόμιο που παρέχει εξουσία επί άλλων Τοπικών Εκκλησιών, ούτε εργαλείο για την επιβολή «θεολογικής ομοφωνίας» με καταναγκαστικά μέσα.
Αντιθέτως, αποτελεί, όπως ορθώς έχει επισημάνει ο Βαρθολομαίος I, «βαρύ φορτίο διακονίας» και «υποχρεωτική αποστολή» για την προάσπιση της κανονικής τάξεως.
Η ουσία της εφέσεως συνίσταται στη διόρθωση δικαστικού σφάλματος που διαπράχθηκε σε τοπικό επίπεδο.
Εάν η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου απομάκρυνε τον μητροπολίτη με κατάφωρες παραβιάσεις της διαδικασίας, χωρίς δίκη και χωρίς κανονική έρευνα, τότε άμεση κανονική υποχρέωση της Κωνσταντινουπόλεως ήταν είτε να ακυρώσει την απόφαση αυτή και να επιστρέψει την υπόθεση για νέα, δίκαιη εξέταση, είτε να εκδώσει αθωωτική απόφαση.

Δεύτερον, η υποκατάσταση του αντικειμένου της εξέτασης είναι απαράδεκτη σε εκκλησιαστικό δικαστήριο.
Όταν ένας μητροπολίτης υποβάλλει έφεση κατά της παράνομης καθαιρέσεώς του, η ανώτατη αρχή οφείλει να εξετάσει ακριβώς τη νομιμότητα αυτής της καθαιρέσεως.
Η μετατροπή του εφετειακού δικαστηρίου σε διαδικασία ερωτήσεων σχετικά με την προσωπική στάση έναντι του οικουμενισμού, της Συνόδου της Κρήτης ή συγκεκριμένων θεολόγων συνιστά κατάφωρη παραβίαση των βασικών αρχών της δικαιοσύνης.

Εάν η έφεση δεν εξετάζεται επί της ουσίας, αλλά χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση της «ορθότητας» των θεολογικών απόψεων, μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με την κανονική τάξη.
Ένα δικαστήριο που κρίνει όχι πράξεις, αλλά πεποιθήσεις, παύει να είναι δικαστήριο και μετατρέπεται σε ιερά εξέταση.

Τρίτον, τέτοιες ενέργειες δεν ενισχύουν, αλλά υπονομεύουν το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς αποδυναμώνουν το ίδιο το δικαίωμα του ἐκκλήτου.
Εάν η έφεση εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα της συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις και τη θέση του Φαναρίου, τότε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προσφεύγουν (και θα συνεχίσουν να προσφεύγουν) μόνον όσοι συμμερίζονται αυτές τις αποφάσεις και αυτή τη στάση.

Οι πιστοί και το επισκοπικό σώμα διαπιστώνουν ότι το Φανάρι, προς εξυπηρέτηση πολιτικών συμμαχιών, είναι έτοιμο να παραβλέψει κατάφωρες κανονικές παραβάσεις και να θυσιάσει την τύχη ενός έντιμου ιεράρχη.
Η απροθυμία διατάραξης των σχέσεων με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Γεώργιο, ο οποίος στηρίζει τη θέση της Κωνσταντινουπόλεως σε άλλα αμφιλεγόμενα ζητήματα, φαίνεται να υπερισχύει των Κανόνων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η εμπιστοσύνη προς τον θεσμό του ἐκκλήτου μειώνεται ραγδαία.
Ποιος ο λόγος να προσφύγει κανείς, εάν το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από τους Κανόνες, αλλά από την πολιτική συγκυρία και την προθυμία υπογραφής των «αναγκαίων» εγγράφων;

Όλα αυτά υπογραμμίζουν πόσο κρίσιμης σημασίας είναι να παραμένει το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπεράνω κάθε πολιτικής και προσωπικών συμπαθειών.
Το δικαίωμα του ἐκκλήτου έχει νόημα μόνον όταν είναι τυφλό ως προς τα πρόσωπα και διορατικό ως προς τους Κανόνες.
Στην υπόθεση του Μητροπολίτη Τυχικού, δυστυχώς, είδαμε το αντίθετο: οι Κανόνες παραμερίστηκαν, ενώ στο προσκήνιο ήλθαν ζητήματα πίστης, στάσεως και ιδεολογίας.

Αντί επιλόγου
Αξιολογώντας την υπόθεση του Μητροπολίτη Τυχικού, είναι αδύνατον να μην ανατρέξουμε σε ιστορικούς παραλληλισμούς. Στην ιστορία της Εκκλησίας έχουν επανειλημμένως προκύψει περιπτώσεις κατά τις οποίες τοπικές Σύνοδοι, υποκύπτοντας σε πιέσεις κοσμικών αρχών ή σε εσωτερικές φιλοδοξίες, εξέδωσαν άδικες αποφάσεις εις βάρος ομοτίμων επισκόπων.
Ακριβώς σε τέτοιες περιστάσεις, ο θεσμός του ἐκκλήτου όφειλε να λειτουργεί ως σωτήρια άγκυρα.

Ας θυμηθούμε την περίπτωση του Ἁγίου Αθανάσιος ο Μέγας, ο οποίος επανειλημμένως υπέστη άδικες καταδίκες από συνόδους που βρίσκονταν υπό την επιρροή της αρειανικής αιρέσεως.
Οι προσφυγές του προς τον θρόνο της Ρώμης (ο οποίος, πριν από το σχίσμα του 1054, διέθετε επίσης το δικαίωμα εκδίκασης εφέσεων) εξετάστηκαν επί της ουσίας, και ο ἅγιος δικαιώθηκε.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο Ἅγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Αφού καταδικάστηκε αδίκως από τη Σύνοδο ἐν Δρυΐ, προσέφυγε στον πάπα Ιννοκέντιος Α΄, ο οποίος, εξετάζοντας την υπόθεση επί της ουσίας, υπερασπίστηκε τον αδίκως καταδικασθέντα, αδιαφορώντας για τις πολιτικές πιέσεις της αυτοκρατορικής αυλής.
Ακριβώς τέτοια παραδείγματα αυστηρής τήρησης των Κανόνων και αμεροληψίας ενίσχυαν την εμπιστοσύνη προς τις ανώτατες εφετειακές αρχές.

Το δικαίωμα του ἐκκλήτου δεν αποτελεί μόνον προνόμιο, αλλά και τεράστια ευθύνη.
Η ευθύνη αυτή δεν βαραίνει μόνον εκείνους που εκδικάζουν τις εφέσεις, αλλά και ολόκληρο το πλήρωμα της Εκκλησίας, το οποίο οφείλει να επαγρυπνεί, ώστε η εκκλησιαστική δικαιοσύνη να παραμένει αμερόληπτη και αντικειμενική.

Μόνον τότε η Εκκλησία θα μπορεί να παραμένει «στύλος και εδραίωμα της ἀληθείας».

Οι απαγορεύσεις κληρικών στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία — «διώξεις», ενώ στην Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία κανονική πειθαρχία;

Ιερέας της Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία καθαιρέθηκε για μετάβαση στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Αυτό παρουσιάζεται από τους ελληνοκαθολικούς ως κάτι φυσιολογικό. Όταν όμως το ίδιο συμβαίνει στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, ξεσπά καταιγίδα επικρίσεων εναντίον της. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία και το «Πατριαρχείο Μόσχας»: ποιος λέει την αλήθεια — ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ή ο Κυρίλλος Μπουντάνοφ;

Η δήλωση του Κυρίλλος Μπουντάνοφ ότι ο χαρακτηρισμός της Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία με το προσωνύμιο «Πατριαρχείο Μόσχας» αποτελεί χειραγώγηση προκάλεσε σοκ σε κύκλους ψευδοπατριωτών. Τι σημαίνει αυτή η δήλωση και για ποιον λόγο έγινε;

Το σχίσμα ως συνέπεια της εξασθένησης της πίστης και της εμπιστοσύνης στον Αναστάντα Χριστό

Παραθέτουμε προς προσοχήν σας σκέψεις περί του σχίσματος του διαχειριστή των υποθέσεων της Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, μητροπολίτη Αντώνιος (Πακανίτς), τις οποίες απέστειλε στη σύνταξη της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων (ΕΟΔ).

Η Εκκλησία, το TRC και ο πόλεμος: γιατί οι «πατριωτικές» ομολογίες σιωπούν για το ουσιώδες

Γιατί οι «πατριωτικές» ομολογίες, για τη διατήρηση της Ουκρανίας, οφείλουν να καλέσουν σε ειρήνη.

Ο θάνατος του Φιλάρετος Ντενισένκο ως σήμα για την κατάργηση του Πατριαρχείου Κιέβου από τον Επιφάνιος Ντουμένκο

Ο Ντουμένκο και ο Ζόρια είναι κοντά στην καταστροφή του Πατριαρχείου Κιέβου.

Δίκη χωρίς δικαιοσύνη: γιατί η Κωνσταντινούπολη χάνει την εμπιστοσύνη της Εκκλησίας

Οι Ιεροί Κανόνες παραχώρησαν στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως το δικαίωμα της ανώτατης δικαστικής εξουσίας. Πώς ασκεί αυτό το δικαίωμα;