Διηγήσεις για την αρχαία Εκκλησία. Επίπεδο διοίκησης: ο πατριάρχης

​Στις προηγούμενες δημοσιεύσεις εξετάσαμε πώς η δομή της εκκλησιαστικής διοίκησης αναπτύχθηκε και περιπλέχθηκε. Πώς η μεμονωμένη χριστιανική κοινότητα με επικεφαλής τον επίσκοπο μετατράπηκε σταδιακά σε επισκοπή και στη συνέχεια από περισσότερες επισκοπές προέκυψε η μητρόπολη.

Η Εκκλησία όμως συνέχιζε να αυξάνεται και να αναπτύσσεται. Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να ανακύπτουν ζητήματα που ξεπερνούσαν πλέον τα όρια μίας μητρόπολης. Έπρεπε να επιλύονται διαφωνίες μεταξύ των ίδιων των μητροπολιτών, να εξετάζονται εφέσεις, να επικυρώνονται δόγματα. Επιπλέον, η επιρροή ορισμένων εδρών αυξήθηκε τόσο πολύ, ώστε το πλαίσιο του μητροπολιτικού καθεστώτος έγινε για αυτές υπερβολικά στενό. Έτσι σταδιακά προκύπτει ένα ακόμη επίπεδο διοίκησης – το πατριαρχικό.

​Τα πρωτεία των αρχαίων εκκλησιαστικών εδρών

Στα πρακτικά της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου του 325 στη Νίκαια η λέξη «πατριάρχης» δεν υπάρχει ακόμη. Ο 6ος κανόνας όμως καταγράφει ήδη την εξουσία ορισμένων εδρών που ξεπερνούσε τα όρια μίας εκκλησιαστικής επαρχίας, δηλαδή μίας μητρόπολης: «Ας ισχύουν τα αρχαία έθιμα που έχουν παραδοθεί στην Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Πεντάπολη, ώστε ο επίσκοπος Αλεξανδρείας να έχει εξουσία σε όλες αυτές, επειδή αυτό είναι συνήθεια και για τον επίσκοπο Ρώμης. Παρομοίως και στην Αντιόχεια και στις άλλες επαρχίες ας διατηρούνται τα προνόμια των Εκκλησιών».

Η Σύνοδος της Νικαίας δεν δημιουργεί πατριαρχεία, αλλά καταγράφει τα ήδη διαμορφωμένα ιδιαίτερα δικαιώματα των πλέον έγκυρων εδρών.
​Παραδοσιακά, με τη λέξη «πατριάρχης» ονόμαζαν τον γενάρχη ή τον αρχηγό μιας γενιάς. Για παράδειγμα, στη Βίβλο έτσι ονομάζονταν οι δώδεκα γιοι του Ιακώβ, που έδωσαν αρχή στις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Στον χριστιανικό χώρο η λέξη αυτή παρέμεινε για πολύ καιρό τιμητική προσωνυμία χωρίς οποιοδήποτε διοικητικό περιεχόμενο.

Τον 5ο αιώνα συναντούμε ήδη τον όρο «πατριάρχης», αλλά η σημασία του παραμένει περισσότερο τιμητική παρά διοικητική. Για παράδειγμα, στα πρακτικά της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου του 451 στη Χαλκηδόνα ο Λέων Ρώμης αποκαλείται ήδη «αρχιεπίσκοπος και πατριάρχης της μεγάλης Ρώμης», αλλά οι ίδιοι οι κανόνες της Συνόδου συνεχίζουν να μιλούν κυρίως για επισκόπους και αρχιεπισκόπους.

Πανω σε αυτο το θεμα Ιστορίες από την αρχαία Εκκλησία. Επίπεδο διοίκησης: μητροπολίτης
​Η ανάπτυξη του διοικητικού συστήματος της αρχαίας Εκκλησίας δημιούργησε τον θεσμό των μητροπόλεων. Ποια είναι η ισορροπία μεταξύ της συνοδικής ελευθερίας και της εξουσίας του πρώτου αρχιερέα;

​Μόλις τον 6ο αιώνα ο τίτλος «πατριάρχης» γίνεται σταθερός προσδιορισμός των προκαθημένων των πέντε μεγαλύτερων εδρών. Στη Νεαρά 123 του αυτοκράτορα Ιουστινιανού της 1ης Μαΐου 546 απαριθμούνται ρητά οι «αρχιεπίσκοποι και πατριάρχες» της αρχαίας Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ.

​Τα όρια των αρμοδιοτήτων της ανώτατης εξουσίας

Σε τι διέφερε πρακτικά ο πατριάρχης από τον μητροπολίτη; Ενιαίος κατάλογος των αρμοδιοτήτων του κατά τον 4ο–5ο αιώνα δεν υπήρχε ακόμη, αλλά σταδιακά διαμορφώθηκε η ακόλουθη εικόνα.

Ο μητροπολίτης ήταν επικεφαλής μίας εκκλησιαστικής επαρχίας. Προήδρευε στην επαρχιακή σύνοδο, συμμετείχε στη χειροτονία των επισκόπων και εξέταζε μαζί τους τις διαφορές εντός της επαρχίας του. Ο 4ος κανόνας της Συνόδου της Νικαίας (325) απαιτούσε η χειροτονία νέου επισκόπου να λαμβάνει την επικύρωση του μητροπολίτη, ενώ ο 9ος κανόνας της Συνόδου της Αντιόχειας (341) του ανέθετε τη «φροντίδα για ολόκληρη την επαρχία».

​Ο πατριάρχης βρισκόταν ήδη πάνω από περισσότερες μητροπόλεις. Συγκεκριμένα, ο 28ος κανόνας της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451) παραχώρησε στον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως το δικαίωμα να χειροτονεί τους μητροπολίτες του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης. Τους απλούς επισκόπους εξακολουθούσαν πάντως να τους χειροτονούν ο μητροπολίτης και οι επίσκοποι της αντίστοιχης επαρχίας.

Ακόμη σημαντικότερη ήταν η δικαστική λειτουργία. Η διαφορά μεταξύ επισκόπων εξεταζόταν από την επαρχιακή σύνοδο υπό την προεδρία του μητροπολίτη.

Αν όμως η καταγγελία αφορούσε τον ίδιο τον μητροπολίτη, εμφανιζόταν η επόμενη βαθμίδα – ο πατριάρχης.

Τον 6ο αιώνα η νομοθεσία του Ιουστινιανού καθιερώνει πλέον ρητά: οι υποθέσεις των επισκόπων εξετάζονται από τον μητροπολίτη, ενώ οι καταγγελίες κατά του μητροπολίτη και οι εφέσεις κατά των αποφάσεών του από τον πατριάρχη.

Έτσι, η διαφορά αφορούσε πρωτίστως την κλίμακα της εξουσίας. Ο μητροπολίτης συντόνιζε τους επισκόπους μίας επαρχίας· ο πατριάρχης – τους μητροπολίτες περισσότερων επαρχιών και γινόταν γι᾽ αυτούς το ανώτατο δικαστήριο. Δεν μετατρεπόταν όμως σε άμεσο διοικητή κάθε επισκοπής. Ο επίσκοπος διατηρούσε την εξουσία στην επισκοπή του, ο μητροπολίτης στην επαρχία του, ενώ ο πατριάρχης όφειλε να ενεργεί εντός της ευρύτερης δικαιοδοσίας του και, κατά κανόνα, συνοδικά.

Η επίδραση της πολιτικής στο κύρος

Ούτε ο Χριστός ούτε οι απόστολοι δημιούργησαν πατριαρχεία, και πολύ περισσότερο δεν συνέταξαν κατάλογο μελλοντικών πατριαρχείων ούτε τα τοποθέτησαν στη σειρά των Διπτύχων. Οι πέντε γνωστοί σε εμάς θρόνοι ανυψώθηκαν σταδιακά και για διάφορους λόγους, τόσο θρησκευτικούς όσο και απολύτως βιοτικούς.

Στους θρησκευτικούς παράγοντες μπορούν να αναφερθούν η αρχαιότητα της κοινότητας, η αποστολική καταγωγή, το θεολογικό κύρος, η ιεραποστολική δράση. Σχεδόν μεγαλύτερη σημασία όμως είχε ο πολιτικοδιοικητικός παράγοντας.

Η εκκλησιαστική δομή της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επαναλάμβανε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική. Ο επίσκοπος της κύριας πόλης της επαρχίας γινόταν μητροπολίτης, ενώ οι έδρες των μεγαλύτερων διοικητικών κέντρων απέκτησαν σταδιακά επιρροή πάνω σε ομάδες μητροπόλεων.

Αυτό είναι απολύτως εξηγήσιμο. Στις πρωτεύουσες των επαρχιών βρίσκονταν κρατικές υπηρεσίες, δικαστήρια, σχολές, μεγάλοι οικονομικοί πόροι. Εκεί συνέκλιναν οι δρόμοι και τα εμπορικά μονοπάτια, εκεί έφταναν υπάλληλοι και αιτούντες. Ο επίσκοπος μιας τέτοιας πόλης διέθετε πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από τον επίσκοπο μιας μικρής επαρχιακής κωμόπολης. Και όταν η ανύψωση μιας έδρας απαιτούνταν από πολιτική σκοπιμότητα, τους θρησκευτικούς παράγοντες, κατά κανόνα, τους παρέβλεπαν.

Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστική η σύγκριση της Ιερουσαλήμ και της Κωνσταντινούπολης. Η Ιερουσαλήμ είναι η πόλη της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού, η πόλη των αποστόλων και της πρώτης χριστιανικής κοινότητας. Επειδή όμως έγινε μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη, που είχε επιβιώσει από αρκετούς πολέμους και σχεδόν πλήρη καταστροφή, η χριστιανική κοινότητα της πόλης αυτής εντάχθηκε στη μητρόπολη της πολιτικά σημαντικότερης Καισάρειας.

​Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί την αντίστροφη περίπτωση. Η έδρα της δεν μπορούσε να συγκριθεί σε αρχαιότητα με τη Ρώμη, την Αντιόχεια ή την Έφεσο. Πιθανότατα δεν είχε αποστολική καταγωγή. Ο θρύλος για την ίδρυση της έδρας του Βυζαντίου από τον απόστολο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο εμφανίζεται μόλις στα τέλη του 7ου – αρχές του 8ου αιώνα. Όταν όμως η πόλη έγινε η ανατολική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, το κύρος του επισκόπου της ανυψώθηκε πολύ γρήγορα σχεδόν στο επίπεδο του επισκόπου της Ρώμης.

Η εκκλησιαστική αναγνώριση της Νέας Ρώμης

Το 381 η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη αποφασίζει: «Ο επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ας έχει τα πρωτεία τιμής μετά τον επίσκοπο Ρώμης, διότι η πόλη αυτή είναι η Νέα Ρώμη». Η αιτία της ανύψωσης δηλώνεται απολύτως σαφώς: η πολιτική θέση της πόλης.

Εβδομήντα χρόνια αργότερα ο 28ος κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα επαναλαμβάνει την ίδια λογική: τα δικαιώματα της έδρας της Κωνσταντινουπόλεως οφείλονται στο ότι αυτή είναι «πόλη του βασιλέως και της συγκλήτου». Δηλαδή η μεταβολή του πολιτικού καθεστώτος της πόλης επέφερε μεταβολή της θέσης της στην εκκλησιαστική ιεραρχία.

Και ο μηχανισμός αυτός δρούσε όχι μόνο ως προς την πρωτεύουσα, αλλά και ως προς άλλες, λιγότερο σημαντικές πόλεις. Η Εκκλησία αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο αυτού του μηχανισμού.

Ο 12ος κανόνας της ίδιας Συνόδου της Χαλκηδόνας αναφέρει ότι ορισμένοι επίσκοποι προσέφευγαν στην κοσμική εξουσία, επιτύγχαναν με αυτοκρατορικά διατάγματα τη διαίρεση μίας επαρχίας σε δύο και με τον τρόπο αυτό προσπαθούσαν να αποκτήσουν μητροπολιτικό καθεστώς. Η Σύνοδος απαγόρευσε μια τέτοια πρακτική.

​Ο 17ος κανόνας της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451) όμως κατοχύρωσε την αρχή σύμφωνα με την οποία η εκκλησιαστική διοίκηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πολιτική οργάνωση. Και ο 38ος κανόνας της Πενθέκτης Συνόδου (691–692) διατύπωσε την αρχή αυτή ακόμη σαφέστερα: «Η κατανομή των εκκλησιαστικών υποθέσεων πρέπει να ακολουθεί τις πολιτικές και κρατικές διατάξεις».

Ο σκληρός ανταγωνισμός των μεγάλων εδρών

​Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι οι σχέσεις των πατριαρχείων οικοδομούνταν στο πνεύμα της αγάπης και της ευαγγελικής ταπεινοφροσύνης. Τόσο η ανύψωση συγκεκριμένων εδρών όσο και η διαμόρφωση των κανονικών τους εδαφών συντελούνταν ενίοτε με σκληρή αντιπαράθεση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πολυετής ανταγωνισμός των εδρών της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινουπόλεως. Η ανύψωση της Κωνσταντινούπολης μετά τη μεταφορά εκεί της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας πλήγωσε βαθιά τα αισθήματα της Αλεξάνδρειας, που ήταν συνηθισμένη να πρωτεύει στην Ανατολή. Στις αρχές του 5ου αιώνα η αντιπαράθεσή τους πέρασε σε σκληρή φάση. Το 403 ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας εξώρισε μια ομάδα Αιγυπτίων μοναχών. Οι μοναχοί ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκαν καταφύγιο στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, και υπέβαλαν επίσης καταγγελία στον αυτοκράτορα για τις ενέργειες του Θεοφίλου. Παρατηρούμε, παρεμπιπτόντως, ότι μια ενδοεκκλησιαστική σύγκρουση παραπέμπεται στην κρίση του κοσμικού άρχοντα. Ο Θεόφιλος, καλούμενος να απαντήσει στις κατηγορίες, έφτασε στην πρωτεύουσα με τριάντα επισκόπους και σημαντικά χρηματικά ποσά για δώρα στους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους. Τα δώρα έπαιξαν τον ρόλο τους και ο Θεόφιλος από κατηγορούμενος μετατράπηκε σε κατήγορο, ενώ η περιβόητη Σύνοδος της Δρυός καθαίρεσε όχι εκείνον, αλλά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Ο διάδοχος του Θεοφίλου στον θρόνο της Αλεξάνδρειας, ο Κύριλλος, χρησιμοποίησε ανάλογες μεθόδους στον αγώνα του κατά του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου. Ο ιστορικός Α. Καρτάσεφ χαρακτηρίζει αυτή την αντιπαράθεση ως εξής: «Και ο θείος του ο Θεόφιλος, και αυτός (ο Κύριλλος – σημ. σύντ.) κυβέρνησαν συνολικά περίπου 60 χρόνια, διεξάγοντας συνεχώς πόλεμο με την Κωνσταντινούπολη και ξοδεύοντας γι᾽ αυτόν τεράστια ποσά».

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η πολυετής αντιπαράθεση της Ιερουσαλήμ και της Αντιόχειας. Το 431 ο επίσκοπος Ιερουσαλήμ Ιουβενάλιος, που τυπικά υπαγόταν ακόμη στον μητροπολίτη Καισαρείας, αξίωνε ήδη εξουσία πάνω σε όλες τις τρεις παλαιστινιακές επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και πάνω στη Φοινίκη και την Αραβία – περιοχές της έδρας της Αντιόχειας. Το 449, στη διαβόητη «Ληστρική Σύνοδο», στήριξε τον Διόσκορο Αλεξανδρείας, συμμετείχε στην καθαίρεση του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανού και του επισκόπου Αντιόχειας Δόμνου, τον οποίο κατηγόρησε για παρέμβαση στις υποθέσεις της Φοινίκης. Αργότερα ο επίσκοπος Τύρου Φώτιος δήλωσε ότι υπέγραψε την απόφαση για τη μεταβίβαση της Φοινίκης στην έδρα της Ιερουσαλήμ υπό πίεση.

Ήδη όμως δύο χρόνια αργότερα, στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), ο Ιουβενάλιος άλλαξε στάση και τάχθηκε εναντίον του Διοσκόρου, τον οποίο προηγουμένως στήριζε.

Εκεί ολοκληρώθηκε και η πολυετής διαμάχη του με την Αντιόχεια: με συμφωνία με τον επίσκοπό της Μάξιμο η Ιερουσαλήμ έλαβε και τις τρεις Παλαιστίνες, αποποιούμενη τις αξιώσεις για τη Φοινίκη και την Αραβία. Έτσι διαμορφώθηκε το έδαφος του μελλοντικού Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

​Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Η ιστορία μαρτυρεί ότι το σύστημα των πατριαρχείων δεν θεσπίστηκε ποτέ εξαρχής σε έτοιμη μορφή και δεν εμφανίστηκε σε ατμόσφαιρα αδελφικής αγάπης. Διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα από έθιμα, αποφάσεις συνόδων και αυτοκρατόρων, συμβιβασμούς και συγκρούσεις μεταξύ των ίδιων των εδρών, οι οποίες, παρεμπιπτόντως, συνεχίζονται και μέχρι σήμερα.

Ανεξάρτητες αρχαίες εκκλησιαστικές περιφέρειες

Σταδιακά κατά τον 4ο–7ο αιώνα διαμορφώθηκε η πενταρχία, με την οποία νοούνταν η ιδιαίτερη θέση των πέντε μεγαλύτερων πατριαρχικών θρόνων. Δεν υπήρχε βέβαια κάποιο «συμβούλιο των πέντε» ή παρόμοιο όργανο στο οποίο να παραχωρούνταν εξουσιαστικές αρμοδιότητες. Τη χρονολογία της δημιουργίας της πενταρχίας μπορούμε να την παρουσιάσουμε συνοπτικά ως εξής:

Η

Διηγήσεις για την αρχαία Εκκλησία. Επίπεδο διοίκησης: ο πατριάρχης

Πώς μερικοί επισκοπικοί θρόνοι ανυψώθηκαν πάνω από τους υπόλοιπους, γιατί ο εκκλησιαστικός χάρτης άρχισε να επαναλαμβάνει τον χάρτη της αυτοκρατορίας και αν το πατριαρχείο αποτελεί ιερή μορφή οργάνωσης της Εκκλησίας;

Χρονικό χωρίς συγγραφέα

«Το Παλαιό Χρονικό» («Повесть временных лет») έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε έργο του οσίου Νέστορα. Όμως την υπογραφή πάνω του την άφησε άλλος μοναχός, ενώ το ίδιο το χρονικό πέρασε από χέρι σε χέρι.

Πώς ένας γάμος σταμάτησε τον πόλεμο

Τη νεαρή πριγκίπισσα του Σλούτσκ την πάντρεψαν για να μην πνίξουν στο αίμα την πόλη δύο μεγαλοαριστοκρατικές οικογένειες. Σύντομα ο ουνίτης μητροπολίτης παραπονιόταν ότι στο Σλούτσκ είχε αναζωπυρωθεί η Ορθοδοξία.

Ο άνθρωπος ενώπιον των στοιχείων της φύσης

​Μια μοναχική φιγούρα στην ακτή φαίνεται ασήμαντα μικρή μπροστά στο υδάτινο στοιχείο, αλλά είναι αυτή ακριβώς που στέκεται ενώπιον του Δημιουργού.

Τα μυστήρια του Γολγοθά υπό το φως της αρχαιολογίας

Το πέπλο των αιώνων κρύβει τα πραγματικά γεγονότα του 4ου αιώνα. Η αρχαιολογία και τα αρχαία κείμενα αντικατοπτρίζουν την αληθινή πορεία του μεγάλου χριστιανικού ιερού.

Ζαπορόζιοι στην υπεράσπιση της διωκόμενης πίστης

Ιστορία για το πώς οι Κοζάκοι σήκωναν τα σπαθιά τους υπερασπιζόμενοι τους ταπεινωμένους ιερείς και, ταυτόχρονα, προκαλούσαν αναταραχές στους ναούς.