Ηλίας Β' και Φιλάρετος: μία εποχή, ένα μέγεθος, δύο διαφορετικές εκβάσεις ζωής

2825
21 Μαρτίου 15:25
30
Ο Φιλάρετος και ο Πατριάρχης Ηλίας εκοιμήθησαν σχεδόν ταυτοχρόνως. Φωτογραφία: ΕΟΔ Ο Φιλάρετος και ο Πατριάρχης Ηλίας εκοιμήθησαν σχεδόν ταυτοχρόνως. Φωτογραφία: ΕΟΔ

Αμφότεροι έζησαν μία πολύ μακρά ζωή. Αμφότεροι διέθεταν τεράστιο εκκλησιαστικό κύρος. Και στους δύο δόθηκε μία σπάνια ιστορική ευκαιρία. Ο ένας κατέστη πατέρας του λαού, ο άλλος – πρόσωπο του σχίσματος. Γιατί συνέβη αυτό;

Οι εξέχουσες προσωπικότητες συχνά επισκιάζονται από γεγονότα, συγκρούσεις, τίτλους και το περιβάλλον τους. Όμως ο θάνατος συνήθως θέτει τα πάντα στη θέση τους. Κατά την εβδομάδα που πέρασε εκοιμήθησαν ο Πατριάρχης Ηλίας Β΄ και ο Φιλάρετος Ντενισένκο – δύο ιεράρχες της αυτής εποχής, σχεδόν της ιδίας ηλικίας, μεγάλου εκκλησιαστικού αναστήματος. Αμφότεροι επηρέασαν την πορεία των λαών τους, αμφότεροι έλαβαν μία σπάνια ιστορική ευκαιρία σε μία καμπή καθοριστική για τα κράτη τους.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Όλη η Γεωργία αποχαιρετά τον Ηλία ως τον πλέον οικείο και αγαπητό άνθρωπο, ενώ στον θάνατο του Φιλαρέτου αντιδρούν κυρίως επίσημα πρόσωπα. Ομιλούν περί της ιστορικής του κληρονομίας – ισχυρής και αισθητής, αλλά, κατ’ ουσίαν, βαθύτατα διαιρετικής.

Μία εποχή, ένα μέγεθος, μία ιστορική ευκαιρία

Ο Φιλάρετος Ντενισένκο γεννήθηκε το 1929. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, εισήχθη στη Θεολογική Σχολή της Οδησσού. Το 1950 εκάρη μοναχός, το 1952 αποφοίτησε από τη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας και παρέμεινε εκεί ως διδάσκων. Από το 1957 υπήρξε πρύτανης της Θεολογικής Σχολής του Κιέβου, ενώ από το 1968 Μητροπολίτης Κιέβου και Γαλικίας, Έξαρχος πάσης Ουκρανίας. Το 1990, μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Ποιμένος, κατέστη τοποτηρητής του Πατριαρχικού Θρόνου στη Μόσχα και ο κύριος υποψήφιος για το πατριαρχικό αξίωμα. Ωστόσο, Πατριάρχης Μόσχας εξελέγη ο Αλέξιος (Ρίντιγκερ), και ο Φιλάρετος επέστρεψε στο Κίεβο.

Ο Ηλίας Β΄ είναι νεότερος κατά τέσσερα έτη: γεννήθηκε το 1933, αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Μόσχας το 1956 και από τη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας το 1960. Το 1963 κατέστη επίσκοπος, το 1969 Μητροπολίτης, και στις 23 Δεκεμβρίου 1977 εξελέγη Καθολικός-Πατριάρχης πάσης Γεωργίας.

Αμφότεροι προήλθαν από τη σοβιετική εποχή, αμφότεροι αποφοίτησαν από τη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας, αμφότεροι διέθεταν νου, βούληση και εκκλησιαστικό κύρος. Κατά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως, ο Ηλίας και ο Φιλάρετος ηγούντο Εκκλησιών σε νέα ανεξάρτητα κράτη: η πρώτη με καθεστώς αυτονομίας, η δεύτερη αυτοκεφαλίας. Έκτοτε, οι πορείες των δύο ανδρών διέφεραν ριζικώς.

Το σημείο της διαφοροποιήσεως: διακονία ή πρωτείο

Στην κρίσιμη στιγμή, ο Ηλίας και ο Φιλάρετος προέβησαν σε διαφορετική εσωτερική επιλογή.

Όταν στη Γεωργία, κατά τα έτη 1991–1992, ξέσπασαν κρατικό πραξικόπημα και εμφύλια αντιπαράθεση, ο Ηλίας δεν επιχείρησε να ταχθεί υπέρ οποιασδήποτε πλευράς. Δεν επένδυσε σε πολιτικό νικητή. Αντιθέτως, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια υπέρ του διαλόγου και της συμφιλιώσεως, κατανοώντας ότι η Εκκλησία υπέρκειται των πολιτικών διαφορών και καλείται να ενώνει τον λαό και όχι να δημιουργεί νέες γραμμές διαχωρισμού.

Ο Φιλάρετος, κατά τα ίδια έτη και υπό παρόμοιες συνθήκες, ενήργησε διαφορετικά. Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, επιδίωξε την πλήρη αυτοκεφαλία για την Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία. Το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό δεν ήταν μεμπτό. Το πρόβλημα έγκειτο αλλού: γνώριζε πολύ καλά ότι η ιδέα δεν ετύγχανε της υποστηρίξεως της πλειονότητας του κλήρου και του εκκλησιαστικού λαού και, συνεπώς, θα προκαλούσε αναπόφευκτα διαιρέσεις. Παρά ταύτα, επέλεξε να προχωρήσει μέχρι τέλους. Και όχι διότι υπήρξε ιδεολογικός υποστηρικτής της πλήρους ανεξαρτησίας, αλλά διότι τον ωθούσε κυρίως η επιθυμία της εξουσίας.

Το τίμημα που ήταν διατεθειμένος να καταβάλει υπήρξε ακόμη και η επίορκη παραβίαση λόγου. Ενώπιον του Σταυρού και του Ευαγγελίου έδωσε υπόσχεση να παραιτηθεί (γεγονός που έχει καταγραφεί και σε ηχητικό τεκμήριο), την οποία εν συνεχεία παρέβη. Όταν, τον Μάιο του 1992 στο Χάρκοβο, οι επίσκοποι της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εξέλεξαν ως νέο Προκαθήμενο τον Μητροπολίτη Βλαδίμηρο (Σαμποδάν), ο Φιλάρετος αφαίρεσε το σύνολο της εκκλησιαστικής περιουσίας και ενώθηκε με τμήμα της σχισματικής Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας σε νέα εκκλησιαστική δομή. Ούτως προέκυψε το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου».

Η ιστορία επαναλήφθηκε ένα τέταρτο του αιώνος αργότερα

Ο βασικός «κινητήριος μοχλός» του Φιλαρέτου υπήρξε η επιθυμία της εξουσίας, γεγονός που επιβεβαιώθηκε οριστικά από τα γεγονότα των ετών 2018–2019. Στα τέλη του 2018 ευρέθη όσο ποτέ άλλοτε πλησίον της υλοποιήσεως του στόχου τον οποίο διαρκώς διακήρυσσε – της δημιουργίας μίας αυτοκεφάλου ουκρανικής Εκκλησίας. Ωστόσο, όταν διαπίστωσε ότι είχε παρακαμφθεί και ότι επικεφαλής της νέας δομής τοποθετήθηκε άλλος, την εγκατέλειψε αμέσως, προκειμένου να παραμείνει πρώτος σε μία ήδη περιθωριοποιημένη δομή, το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου».

Το «νέο-παλαιό» αυτό «Πατριαρχείο», όπως και το «πατριαρχείο» του, δεν αναγνωρίσθηκαν ούτε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ούτε από οποιονδήποτε άλλον. Τούτο, όμως, δεν τον αποθάρρυνε. Άρχισε εκ νέου να «χειροτονεί» επισκόπους και να συγκροτεί ιδία εκκλησιαστική δομή. Με άλλα λόγια, έχοντας λάβει από το κράτος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκείνο προς το οποίο επεδίωκε επί δεκαετίες – μία αυτοκέφαλη ουκρανική Εκκλησία – ο Φιλάρετος προέβη και πάλι σε ρήξη, μόλις κατέστη σαφές ότι δεν θα ήταν ο πρώτος σε αυτήν.

Το τίμημα υπήρξε βαρύ: διάσπαση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, ένα ακόμη ρήγμα στην ουκρανική κοινωνία, απώλεια σχεδόν όλων των ενοριών και επαρχιών, καθώς και η ανάγκη να αρχίσει εκ νέου – σε ηλικία ενενήντα ετών. Ωστόσο, και αυτό το τίμημα ο Φιλάρετος ήταν διατεθειμένος να το καταβάλει χάριν του πρωτείου του.

Πατέρας του λαού και πρόσωπο του σχίσματος

Με την πάροδο του χρόνου, η διαφορά μεταξύ των δύο ιεραρχών κατέστη ακόμη πιο εμφανής. Ο Πατριάρχης Ηλίας για τη Γεωργία έπαψε να είναι απλώς Προκαθήμενος. Επί των ημερών του, η Εκκλησία κατέστη ο πλέον σεβαστός θεσμός της κοινωνίας των πολιτών, ενώ ο ίδιος έγινε πρόσωπο στο οποίο σχεδόν όλοι έτρεφαν εμπιστοσύνη. Το γεγονός αυτό κατεγράφη επί σειρά ετών και σε κοινωνιολογικές έρευνες. Από το 2008, ο Ηλίας εβάπτιζε προσωπικώς τα τρίτα και επόμενα τέκνα των οικογενειών· μέχρι το καλοκαίρι του 2025, ο αριθμός των βαπτιστικών του τέκνων είχε φθάσει περίπου τις πενήντα χιλιάδες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατέστη για τον λαό όχι απλώς μεταφορικώς, αλλά σχεδόν κυριολεκτικώς πατέρας. Σήμερα, ενώ ολόκληρη η χώρα αποχαιρετά τον Προκαθήμενό της, η ροή των ανθρώπων προς τον Ναό της Αγίας Τριάδος στην Τιφλίδα συνεχίζεται αδιαλείπτως.

Το αποτέλεσμα της δράσεως του Φιλαρέτου υπήρξε διαφορετικό. Το όνομά του συνδέεται σταθερά με τη λέξη «σχίσμα». Ρήξη με την Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία το 1992, ρήξη με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας το 2019. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν επεδίωξε συμφιλίωση. Τον Οκτώβριο του 2025 συνέταξε ακόμη και πνευματική διαθήκη, με την οποία απαγόρευσε στους «ιεράρχες» της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας να συμμετάσχουν στην εξόδιο ακολουθία του. Οι περισσότεροι εξ αυτών είχαν διαπαιδαγωγηθεί από τον ίδιο, «χειροτονηθεί», προαχθεί στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Ωστόσο, εκοιμήθη εν διαιρέσει ακόμη και με αυτούς.

Έτσι, στη συλλογική μνήμη εδραιώθηκε το κύριο: ο Ηλίας συνέλεγε τον λαό γύρω του, ενώ ο Φιλάρετος άφηνε ξανά και ξανά πίσω του γραμμές διαιρέσεως.

Η μετάνοια που αναμενόταν, αλλά δεν συνέβη

Παρά τα δεινά και τις συγκρούσεις που προκάλεσε το σχίσμα του Φιλαρέτου, στην Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία δεν τον αντιμετώπιζαν τόσο ως αντίπαλο, όσο ως άνθρωπο που είχε ιδιαιτέρως ανάγκη προσευχής, για τον οποίο η θύρα της Εκκλησίας δεν είχε κλείσει. Πολύ πριν από τον Τόμο, στον εκκλησιαστικό χώρο επαναλαμβανόταν διαρκώς η ίδια σκέψη: η ενότητα στην Ουκρανία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί μέσω πολιτικών συνδυασμών ούτε μέσω νομιμοποιήσεως του σχίσματος, αλλά διά της μετανοίας και της επιστροφής των αποσχισθέντων στην Εκκλησία. Τούτο ετόνισαν επανειλημμένως οι Προκαθήμενοι της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας – ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Βλαδίμηρος και ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Ονούφριος. Στην Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία ανέμεναν τον Φιλάρετο και προσεύχονταν για τη μεταστροφή του.

Ωστόσο, η μετάνοια ουδέποτε επήλθε. Και το ζήτημα δεν έγκειται στο ότι κάποιος «δεν του επέτρεψε» να επιστρέψει, όπως θα μπορούσε να φανεί το 2017, όταν απέστειλε επιστολή προς την Αρχιερατική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και εν συνεχεία ουσιαστικώς υπαναχώρησε. Από εκκλησιαστικής απόψεως, η μετάνοια δεν είναι απλώς λεκτική έκφραση μεταμελείας ούτε αόριστη έκκληση προς συμφιλίωση. Είναι η αποκήρυξη του δημιουργηθέντος σχίσματος και η επιστροφή στην Εκκλησία από την οποία ο άνθρωπος απεσχίσθη.

Και τούτο δεν αποτελεί «επιθυμία» της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά την αυθεντική έννοια της μετανοίας εντός του σχίσματος. Ούτως, το 2020, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ (Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία συνολικώς ανεγνώρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας) εδήλωσε ότι ο Φιλάρετος όφειλε να επιστρέψει στην Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία, μετανοήσας για το σχίσμα που προκάλεσε.

Η εσωτερική τραγωδία του Φιλαρέτου έγκειται στο ότι δεν κατόρθωσε να υπερβεί το ίδιο του το «πατριαρχικό εγχείρημα». Στην Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία ανέμεναν το βήμα αυτό μέχρι τέλους. Όμως ο άνθρωπος που επί τόσα έτη αγωνίσθηκε για το πρωτείο δεν κατόρθωσε να αποκηρύξει αυτό ακόμη και ενώπιον του θανάτου.

Ο θάνατος ως απολογισμός της ζωής

Η διαφορά μεταξύ του Ηλία και του Φιλαρέτου καθίσταται ιδιαιτέρως εμφανής στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιδρά στην εκδημία τους. Στη Γεωργία, ο θάνατος του Ηλία έλαβε αμέσως χαρακτήρα εθνικού πένθους: εκηρύχθη πένθος έως την ταφή της 22ας Μαρτίου, ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Τριάδος παρέμεινε σχεδόν αδιαλείπτως ανοικτός για το λαϊκό προσκύνημα, οι αστικές συγκοινωνίες στην Τιφλίδα κατέστησαν δωρεάν, από τις περιφέρειες οργανώθηκαν πρόσθετα δωρεάν δρομολόγια και αμαξοστοιχίες, ενώ η ροή των ανθρώπων προς τον ναό δεν εκλείπει. Δεκάδες χιλιάδες βαπτιστικά του τέκνα πραγματοποίησαν ιδιαίτερη πομπή εις μνήμην του. Χωρίς υπερβολή – ολόκληρη η Γεωργία θρηνεί τον πατέρα της.

Η αντίδραση στον θάνατο του Φιλαρέτου εμφανίζεται διαφορετική. Ακούγονται δηλώσεις και συλλυπητήρια από επίσημα πρόσωπα: τον Πρόεδρο Β. Ζελένσκι, τον Πρόεδρο της Βερχόβνα Ράντα Ρ. Στεφαντσούκ, τον επικεφαλής του Γραφείου του Προέδρου Κ. Μπουντάνοφ. Η ηγεσία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας αγνόησε τη διαθήκη του Φιλαρέτου και ανακοίνωσε ότι αναλαμβάνει την οργάνωση του αποχαιρετισμού και της ταφής του. Σε όλες αυτές τις δηλώσεις, η έμφαση δίδεται στη συμβολή του Φιλαρέτου στην ουκρανική κρατική υπόσταση, στην «πνευματική ανεξαρτησία», στη δημιουργία τοπικής Εκκλησίας και στην αντίσταση έναντι της ρωσικής επιθέσεως. Ο θάνατός του παρουσιάζεται ως η απώλεια μίας σημαντικής ιστορικο-πολιτικής προσωπικότητας.

Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι ο Φιλάρετος δεν θρηνείται από κανέναν: η τελετή αποχαιρετισμού μόλις άρχισε και οι άνθρωποι, αναμφιβόλως, θα προσέλθουν. Ήδη, όμως, διαφαίνεται μία τεράστια διαφορά. Ο θάνατος του Ηλία προκαλεί αίσθημα προσωπικής απώλειας σε κάθε Γεωργιανό. Ο θάνατος του Φιλαρέτου γεννά πρωτίστως μία ροή αξιολογήσεων περί του ιστορικού του ρόλου. Στην πρώτη περίπτωση, ο λαός αποχαιρετά έναν άνθρωπο ως μέλος της οικογενείας του. Στη δεύτερη, η κοινωνία και η εξουσία αποτιμούν μία εξέχουσα, αλλά βαθύτατα αντιφατική βιογραφία. Η αντίθεση αυτή καταδεικνύει καλύτερα από κάθε λόγο τη διαφορά μεταξύ δύο βίων.

Συμπέρασμα

Η ιστορία της ζωής και της εκδημίας του Πατριάρχου Ηλία και του Φιλαρέτου Ντενισένκο αποτελεί υπενθύμιση για τον καθένα από εμάς. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι ταλαντούχος, επιδραστικός, να ζήσει μακρά ζωή και να αφήσει αισθητό αποτύπωμα στην ιστορία. Όμως το κύριο αποτέλεσμα δεν καθορίζεται από αυτά. Το αληθινό μέγεθος του ανθρώπου δεν μετράται ούτε από τον βαθμό, ούτε από την εξουσία, ούτε από την ιστορική επιρροή, αλλά από την ικανότητά του να απαρνηθεί τον εαυτό του χάριν του Χριστού. Διά τούτο, η Εκκλησία μας καλεί σε μετάνοια όχι στην επιθανάτια κλίνη, αλλά σήμερα, όσο η καρδιά δύναται ακόμη να ταπεινωθεί, όσο η θύρα παραμένει ανοικτή και όσο η οδός της επιστροφής δεν έχει αποκοπεί από την ιδική μας σκληροκαρδία. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. 6, 2).

Ατενίζοντας αυτές τις δύο ζωές, απομένει να προσευχώμεθα τόσο για τους κεκοιμημένους όσο και για τους εαυτούς μας, ώστε να μη μεταθέτουμε την επιλογή μεταξύ ταπεινώσεως και φιλαυτίας, μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ του Χριστού και του εαυτού μας.

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης