Για την κανονική συνείδηση της ΟΕΟυ, ή «Η απαγόρευσή σας είναι άκυρη»

Σήμερα 15:56
30
Κληρικοί της ΟΕΟυ διαπληκτίζονται με τους «επισκόπους» τους. Φωτογραφία: ΕΟΔ Κληρικοί της ΟΕΟυ διαπληκτίζονται με τους «επισκόπους» τους. Φωτογραφία: ΕΟΔ

Η ιστορία ενός κληρικού της ΟΕΟυ, ο οποίος αρνήθηκε να υπακούσει στον δικό του «επίσκοπο», καθώς και άλλα παραδείγματα, προβληματίζουν για την κανονική συνείδηση του «κλήρου» της ΟΕΟυ.

Κληρικός της ΟΕΟυ (Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας) Γιούρι Ματβέιτσοφ έλαβε από τον «αρχιεπίσκοπό» του Γερμανό Σεμάντσουκ απαγόρευση ιερουργίας. Αντί όμως να υποταχθεί, τον κήρυξε «κανονικά ανυπόστατο», κατηγόρησε τον αρχιερέα για σφετερισμό εξουσίας και ανακοίνωσε ότι συνεχίζει να λειτουργεί σαν να μη συνέβη τίποτα.

«Οι αρμοδιότητες του πρωτοπρεσβυτέρου και του προϊσταμένου του ναού παραμένουν σε ισχύ», διαβεβαίωσε ο Ματβέιτσοφ τους ενορίτες του, προσθέτοντας ότι στον ναό του εξακολουθούν και θα εξακολουθήσουν να τελούνται θείες λειτουργίες, μυστήρια και ιερές ακολουθίες.

Συμβαίνει οι ιερείς να διαφωνούν με τους αρχιερείς, συμβαίνει οι αρχιερείς να λαμβάνουν άδικες αποφάσεις, συμβαίνουν καταχρήσεις εξουσίας και ούτω καθεξής. Το να δηλώνει όμως κανείς απλώς ότι η απόφαση του «αρχιερέα» είναι ανυπόστατη μαρτυρεί ήδη έναν συγκεκριμένο τύπο θρησκευτικής συνείδησης. Πολύ περισσότερο που στην ΟΕΟυ τέτοιες ιστορίες δεν είναι λίγες.

Ο «επίσκοπος» απαγόρευσε – ο «ιερέας» διαφώνησε

Ο Ματβέιτσοφ κατηγόρησε τον Σεμάντσουκ ότι σφετερίστηκε την εξουσία, ότι αναμειγνύεται παράνομα στη ζωή των ενοριών, ότι επιχειρεί να καταλάβει την περιουσία τους και ότι χρησιμοποιεί ακόμη και την απειλή της επιστράτευσης για να ασκήσει πίεση σε ανεπιθύμητους κληρικούς.

Αποδεχόμαστε απολύτως ότι αυτές οι κατηγορίες μπορεί να είναι δίκαιες, αλλά μήπως μπορεί ένας «ιερέας» να κηρύσσει κατά την κρίση του τις αποφάσεις του «αρχιερέα» του κανονικά ανυπόστατες; Ακόμη και το καταστατικό της ΟΕΟυ μιλά για εντελώς διαφορετική αντίληψη της επισκοπικής εξουσίας: ο επαρχιακός αρχιερέας ηγείται της τοπικής Εκκλησίας κατά διαδοχή εξουσίας από τους αγίους αποστόλους, διαθέτει την πληρότητα της ιεραρχικής εξουσίας, διορίζει και απολύει τους κληρικούς και αποτελεί το πρώτο βαθμό του εκκλησιαστικού δικαστηρίου.

Το ζήτημα όμως δεν είναι καν το καταστατικό της ΟΕΟυ. Η υποταγή των πρεσβυτέρων στον επίσκοπό τους είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές της εκκλησιαστικής διάρθρωσης, που υπάρχει από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Για παράδειγμα, ο ιερομάρτυρας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος έγραφε ήδη στις αρχές του 2ου αιώνα: «Χωρίς τον επίσκοπο κανείς ας μην πράττει τίποτε από όσα αφορούν την Εκκλησία» (Επιστολή προς Σμυρναίους), «Όλοι να σέβεστε τους διακόνους ως εντολή του Ιησού Χριστού, τον δε επίσκοπο ως τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού Πατρός, τους δε πρεσβυτέρους ως σύνοδο Θεού, ως συνέδριο αποστόλων. Χωρίς αυτούς δεν υπάρχει Εκκλησία» (Επιστολή προς Τραλλιανούς).

Ο 39ος Αποστολικός κανόνας απαιτεί από τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους να μην πράττουν τίποτε χωρίς τη γνώμη του επισκόπου τους. Ο Βυζαντινός κανονολόγος Ιωάννης Ζωναράς (12ος αιώνας), στην ερμηνεία του επί του κανόνα αυτού, γράφει: «Στους πρεσβυτέρους και τους διακόνους, που βρίσκονται υπό την εξουσία του τοπικού επισκόπου, δεν επιτρέπεται να πράττουν κάτι αφ’ εαυτών».

Παρόμοιοι κανόνες και ρήσεις των αγίων Πατέρων είναι αρκετοί. Επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά ότι ο επίσκοπος είναι διάδοχος των αποστόλων, ορατό κέντρο ενότητας της τοπικής Εκκλησίας, εξουσιοδοτημένος από την Εκκλησία να τελεί τα Μυστήρια και να ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό. Τον δε ιερέα εξουσιοδοτεί για την τέλεση των Μυστηρίων ο επίσκοπος. Ο ιερέας δεν ενεργεί αυτόνομα, αλλά κατ’ εντολήν του επισκόπου και μόνο εν κοινωνία μαζί του επιτελεί τη διακονία του.

Βεβαίως, ένα τέτοιο σχήμα δεν σημαίνει καθόλου αναγνώριση του επισκόπου ως αλάθητου, ούτε ότι όλες οι αποφάσεις του είναι οι μόνες σωστές. Ο ιερέας, αναμφίβολα, μπορεί να προσβάλει τις διαταγές που θεωρεί άδικες. Για τον σκοπό αυτό υπάρχουν κανονικές διαδικασίες έφεσης. Δεν μπορεί όμως, πριν από την απόφαση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, να τις κηρύσσει μονομερώς ανυπόστατες.

Ωστόσο, στην περίπτωση του Ματβέιτσοφ ακριβώς αυτό βλέπουμε. Για εκείνον η επισκοπική εξουσία, φαίνεται, υπάρχει μόνο μέχρι τη στιγμή που οι ενέργειες του επισκόπου τον ικανοποιούν.

Όταν ο ναός γίνεται ιδιωτική ιδιοκτησία

Η ιστορία του Ματβέιτσοφ δεν είναι καθόλου η μοναδική. Μάλιστα, παρόμοια σύγκρουση έχει ήδη συμβεί στην ίδια επαρχία του Καμιάνετς-Ποντόλσκι.

Τον Φεβρουάριο του 2024 ο Γερμανός Σεμανσούκ διορίστηκε επικεφαλής της νέας επαρχίας της ΟΕΟ, αλλά ο πρωτοπρεσβύτερος (κοσμικός τίτλος, «πρωτοϊερέας» Αλεξάντερ Τσισάρ δεν τον άφησε να μπει στον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου στο Καμιάνετς-Ποντόλσκι, όπου ο «αρχιερέας» έπρεπε να γνωρίσει τον κλήρο. Ως αποτέλεσμα, η τελετή αναγκάστηκε να πραγματοποιηθεί σε ναό χωριού.

Η εικόνα που προκύπτει είναι περίεργη. Ο «επίσκοπος» φτάνει στη δική του επαρχία, και ο τοπικός «ιερέας» δεν θέλει να τον αφήσει να μπει στον ναό. Δηλαδή η ορθόδοξη εκκλησιολογία αναποδογυρίζεται. Δεν ενεργεί ο ιερέας με την άδεια του επισκόπου, αλλά ο επίσκοπος μπορεί να λειτουργήσει σε ναό μόνο με την άδεια του προϊσταμένου.

Μερικά ακόμη παραδείγματα.

Τον Απρίλιο του 2020 ο «επίσκοπος» Ουζγκορόντ Βαρσανούφιος Ρούντνικ απαγόρευσε τη λειτουργία στον κληρικό του Ανατόλι Νατολότσνι για ανυπακοή και μη εκτέλεση διαταγών. Παράλληλα αναφερόταν ότι ο κληρικός που θα αποφασίσει να λειτουργήσει παρά την απαγόρευση πρέπει να είναι «εντελώς αποκομμένος από την Εκκλησία». Ωστόσο, σύντομα ο Νατολότσνι εμφανίστηκε ήδη σε άλλον «επίσκοπο» της ΟΕΟ — τον Βίκτορ Μπεντ, και μάλιστα άρχισε να λαμβάνει εκεί βραβεύσεις.

Τον Οκτώβριο του 2025 ο κληρικός της ΟΕΟ Γιαροσλάβ Γιασένετς ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την υποταγή στον Επιφάνιο Ντουμένκο. Ως αιτία ανέφερε τη διαφωνία του με την πορεία και τις μεθόδους διοίκησής του. Ταυτόχρονα προειδοποίησε εκ των προτέρων: «Οποιεσδήποτε περαιτέρω απαγορεύσεις, κυρώσεις και αποφάσεις σχετικά με το πρόσωπό μου δεν τις θεωρώ έγκυρες».

Τον Απρίλιο του 2026 με παρόμοια δήλωση εμφανίστηκε ο κληρικός της ΟΕΟ Αλεξάντερ Γκάλας. Και αυτός ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη δομή και δήλωσε ότι δεν αναγνωρίζει πιθανές απαγορεύσεις και κυρώσεις εκ μέρους της ηγεσίας της.

Για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι ο Γιασένετς και ο Γκάλας δήλωσαν αποχώρηση από την ΟΕΟ, ενώ ο Ματβέιτσοφ συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του κληρικό της. Παντού, όμως, διακρίνεται η ίδια στάση απέναντι στην εκκλησιαστική εξουσία: η προσωπική γνώμη τοποθετείται πάνω από τις αποφάσεις της «ιεραρχίας».

Γιατί οι κληρικοί της ΟΕΟ επιδεικνύουν με αξιοζήλευτη συνέπεια μια τέτοια στάση; Ίσως η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην ιστορία της δημιουργίας αυτής της θρησκευτικής οργάνωσης.

Πανω σε αυτο το θεμα Γιατί η ιεραρχία της ΟΕΕ δεν έχει ιερωσύνη: τι λένε οι Τοπικές Εκκλησίες
Ο Προκαθήμενος της ΟΕΕ αρνείται να επιλύσει το πρόβλημα του κύρους των χειροτονιών του. Για αυτό όμως μιλούν σχεδόν όλες οι Τοπικές Εκκλησίες – ακόμη και εκείνες που αναγνώρισαν την ΟΕΕ.

Η ΟΕΟ δημιουργήθηκε το 2018 με την ένωση δύο θρησκευτικών σχηματισμών, η ιεραρχία των οποίων δεν βρισκόταν σε κανονική κοινωνία με το πλήρωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Φιλάρετος Ντενισένκο μάλιστα είχε αναθεματιστεί προσωπικά, κάτι που αναγνωριζόταν από όλες ανεξαιρέτως τις Τοπικές Εκκλησίες, αρχής γενομένης από την Κωνσταντινούπολη. Ακριβώς σε αυτή την κατάσταση αναθέματος ο Φιλάρετος τέλεσε τις «χειροτονίες» σημαντικού μέρους των «επισκόπων» και «ιερέων» που σήμερα υπηρετούν στην ΟΕΟ. Με άλλα λόγια, αυτοί οι άνθρωποι από την αρχή συνήθισαν να παραβλέπουν τους κανονικούς κανόνες και τη γνώμη του πληρώματος της Εκκλησίας.

Και ιδού το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με διοικητική απόφασή του ίδρυσε την ΟΕΟ, της έδωσε Τόμο, αναγνώρισε την «ιεραρχία» και ούτω καθεξής. Μπορεί όμως μια τέτοια απόφαση να αλλάξει τη θρησκευτική συνείδηση των ανθρώπων; Μπορεί να διαμορφώσει σε αυτούς την κατανόηση της Εκκλησίας ως θεανθρώπινου οργανισμού, στον οποίο η υπακοή στον αρχιερέα απορρέει από την ίδια τη φύση της εκκλησιαστικής ενότητας;

Από «άγιο» έως γέροντα με ηλικιακές αλλοιώσεις

Άλλωστε, τη στάση απέναντι στο εκκλησιαστικό κύρος στην ΟΕΟ μπορεί κανείς να την παρακολουθήσει όχι μόνο στο επίπεδο του απλού κλήρου. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά των ηγετών της.

Ας θυμηθούμε τον Φιλάρετο Ντενισένκο. Πριν από τη δημιουργία της ΟΕΟ, απολάμβανε στο Πατριαρχείο του Κιέβου σχεδόν αδιαμφισβήτητο κύρος. Ο Ευστράτιος Ζόρια, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Φιλαρέτου, τον αποκαλούσε δημοσίως «Δάσκαλό μας», «Γέροντά μας», «Πατριάρχη μας».

Μόλις όμως ο Φιλάρετος δήλωσε το 2019 τη ρήξη του με την ΟΕΟ, ο Ζόρια άρχισε να μιλά γι' αυτόν ως για έναν γέροντα που έχασε τα λογικά του: «Από πολλούς ειδικούς χρειάστηκε να ακούσω ότι <…> όσα συμβαίνουν συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τις ηλικιακές αλλοιώσεις που είναι χαρακτηριστικές της προχωρημένης ηλικίας…».

Αργότερα ο Ζόρια συζήτησε δημοσίως και για την επίδραση των φαρμάκων στην κατάσταση του Φιλαρέτου. Έφτασαν στο σημείο, τον Αύγουστο του 2019, ο Φιλάρετος να καταθέσει αγωγή κατά του πρώην συνεργάτη του για την προστασία της τιμής και της αξιοπρέπειάς του.

Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η αντίστροφη «μεταμόρφωση» της εικόνας του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεοδώρου. Το 2015, όταν στήριζε την κανονική ΟΕΟ και καλούσε τους Ουκρανούς να παραμείνουν πιστοί στον Μητροπολίτη Ονούφριο, ο ίδιος ο Ζόρια χαρακτήρισε αυτή τη στήριξη «αλεξανδρινή τζίνσα» και τη γνώμη του Πατριάρχη αγορασμένη.

Μόλις όμως το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αναγνώρισε το 2019 την ΟΕΟ, η στάση απέναντι στον Θεόδωρο άλλαξε απότομα. Τον Φεβρουάριο του 2021 ο Ζόρια μιλούσε πλέον για αυτόν με ζεστασιά: «Μέχρι πριν από λίγο καιρό τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο τον θεωρούσαν „κύριο σύμμαχο της Μόσχας“», ενώ τώρα «όλοι χαιρόμαστε για τη στήριξη των Εκκλησιών της Αλεξανδρείας, της Κύπρου και της Ελλάδος».

Με άλλα λόγια, ορθό και «κανονικό» για τα μέλη της ΟΕΟ είναι μόνο ό,τι ανταποκρίνεται στα συμφέροντά τους την εκάστοτε στιγμή.

Και αν οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της ΟΕΟ αλλάζουν κατά βούληση την αξιολόγηση γνωστών εκκλησιαστικών προσώπων, πρέπει να απορεί κανείς που οι απλοί «ιερείς» κάνουν το ίδιο;

Και αν η Σύνοδος αποφασίσει διαφορετικά;

Ας φανταστούμε τώρα ότι για την επίλυση του ουκρανικού εκκλησιαστικού ζητήματος συγκαλείται Πανορθόδοξη Σύνοδος. Την ιδέα αυτή τη στήριξαν οι Εκκλησίες της Αλβανίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας και των Ιεροσολύμων. Ο Πατριάρχης Θεόφιλος Γ΄ είχε μάλιστα ήδη το 2020 συγκαλέσει στο Αμμάν σύναξη των Προκαθημένων για να συζητηθεί το πρόβλημα αυτό.

Ας υποθέσουμε ότι η Σύνοδος αποφασίζει ότι, για την αποκατάσταση της ενότητας, ο «κλήρος» της ΟΕΟ πρέπει να λάβει κανονικές χειροτονίες. Πρόκειται για απολύτως πιθανό σενάριο, αφού ακριβώς αυτό το ελάττωμα πολλές Τοπικές Εκκλησίες το χαρακτηρίζουν ως ένα από τα κύρια εμπόδια για την αναγνώριση της ΟΕΟ.

Πώς θα αντιδράσει η ηγεσία της ΟΕΟ σε μια τέτοια συνοδική απόφαση; Θα τη δεχθεί ή θα τη χαρακτηρίσει «κανονικά άκυρη»;

Η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής. Είναι ενδεικτικό ότι τον Οκτώβριο του 2026 ο Επιφάνιος Ντουμένκο παρομοίασε τις απαιτήσεις της ΟΕΟ σχετικά με το κανονικό καθεστώς της ΟΕΟ με όρους συνθηκολόγησης. Μιλώντας για την απαίτηση να αναγνωριστούν τα προβλήματα με το ιεραρχικό αξίωμα, δήλωσε: «Αυτό όμως δεν θα το δεχθούμε ποτέ, επειδή αγωνιστήκαμε και θα αγωνιζόμαστε μέχρι τέλους».

Разумеется, сейчас Епифаний спорит с УПЦ, а не со Всеправославным Собором. Но если однажды общецерковное решение окажется для ПЦУ столь же неудобным, не объявят ли и его очередной попыткой принудить к «капитуляции»? И не услышит ли тогда православный мир то же, что сегодня услышал от Матвейцова Герман Семанчук: не признаем, считаем недействительным, продолжаем служить как прежде?

Церковь или общественная организация?

Критики ПЦУ полагают, что эту религиозную организацию нельзя считать Церковью: в нее без покаяния приняли отлученных раскольников, а ее «иерархия» не имеет канонических хиротоний. Сторонники ПЦУ с этим не согласны. Однако помимо формальных аргументов есть и другие признаки. Насильственные захваты храмов, запугивание духовенства и верующих УПЦ, лживые обвинения прямо противоречат нравственному учению Церкви. Не менее красноречиво и каноническое сознание ПЦУ, о котором шла речь выше.

Церковь – это Тело Христово. Ее единство основано на общей вере, Евхаристии, апостольском преемстве. Епископ – это не руководитель структурного подразделения, а образ Христа, пастырь, без которого нет Церкви. Именно о таком высоком положении епископа говорят святые отцы.

Но в ПЦУ мы видим слишком много примеров совершенно иного отношения к «епископам»: их авторитет признается только до тех пор, пока они действуют в интересах тех, кто должен им подчиняться. Стоит же «архиерею» принять неугодное решение – и его власть перестает быть священной, а сам он превращается в обычного администратора, распоряжения которого можно попросту игнорировать.

И тогда возникает вопрос: чем такая структура по существу отличается от обычной общественной организации, в которой можно оспаривать решения руководства, создавать новые объединения и выходить из прежних? Ведь своими действиями Матвейцов и другие показывают, что для них епископ – не поставленный Богом архипастырь, а администратор, чья власть заканчивается там, где начинается их собственное несогласие с его решениями.

А если так, то можно ли говорить о ПЦУ как о Церкви?

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης