Η δακρύζουσα Βασίλισσα στις Βλαχέρνες
Τη νύχτα της Σκέπης το θαύμα στον ναό των Βλαχερνών το είδαν μόνο δύο. Όλοι οι υπόλοιποι προσεύχονταν και δεν είδαν τίποτα. Η χάρη, ωστόσο, δόθηκε και σε αυτούς.
Για αυτόν στον Βίο του μακαρίου Ανδρέα λέγονται μόνο λίγες λέξεις. Ο Επιφάνιος ήλθε στην νυκτερινή ακολουθία στον ναό των Βλαχερνών «με έναν από τους υπηρέτες του». Το όνομα του υπηρέτη δεν το γνωρίζουμε. Τι σκεφτόταν και για τι προσευχόταν, επίσης δεν είναι γνωστό. Ένα είναι σαφές: ανάμεσα σε εκείνους που είδαν το θαύμα δεν υπάρχει.
Στεκόταν στον ίδιο ναό, μαζί με τους αγίους. Ίσως πολύ κοντά τους. Ίσως νύσταζε από την κούραση, γιατί οι αγρυπνίες τότε διαρκούσαν ενίοτε μέχρι τα μεσάνυχτα, ακόμη και μέχρι την αυγή. Και πάνω από το κεφάλι του, σε εκείνες τις στιγμές, προσευχόταν η ίδια η Θεοτόκος.
Την εορτή της Σκέπης συνηθίσαμε να την συνδέουμε με το όραμα. Αν όμως διαβάσει κανείς προσεκτικά το αρχαίο κείμενο, αποδεικνύεται ότι είναι εορτή εκείνων που προσεύχονται, αλλά δεν βλέπουν τίποτα.
Μόνο δύο μάρτυρες
Ο μακάριος Ανδρέας ήταν σαλός διά Χριστόν. Ο Βίος τον αποκαλεί «το γένος Σλάβο». Κάποτε, ως δούλο, τον αγόρασε ένας Κωνσταντινουπολίτης άρχοντας. Ο Ανδρέας ερχόταν στον ναό των Βλαχερνών, όπου φυλασσόταν το ένδυμα της Θεοτόκου, «κάνοντας τις συνηθισμένες του δουλειές» – δηλαδή εξωτερικά δεν ξεχώριζε σε τίποτα από τους προσευχόμενους.
Εκείνη τη νύχτα ο ναός ήταν γεμάτος. Στην τέταρτη ώρα της νύχτας ο Ανδρέας είδε την Θεοτόκο, «πολύ ψηλή, συνοδευόμενη από φοβερούς υπηρέτες». Την υποβάσταζαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος. Εισήλθε από τις Βασιλικές Πύλες και προχώρησε προς τον άμβωνα.
Ο Ανδρέας πλησίασε τον Επιφάνιο και τον ρώτησε:
– Βλέπεις την Κυρία και Βασίλισσα του κόσμου;
– Βλέπω, πάτερ μου.
Αυτοί είναι όλοι οι μάρτυρες. Δύο. Οι υπόλοιποι στέκονταν, έκαναν τον σταυρό τους, άκουγαν την ανάγνωση και την ψαλμωδία. Αλλά το θαύμα δεν το πρόσεξαν.
Δάκρυα αντί για λάμψη
Συνηθίσαμε να φανταζόμαστε την Σκέπη πανηγυρικά, ξεχνώντας ότι εκείνη την ημέρα η Θεοτόκος «γονάτισε και προσευχήθηκε επί πολύ, δροσίζοντας με δάκρυα το θεοειδές πρόσωπό Της».
Η Βασίλισσα των Ουρανών ήλθε στους ανθρώπους όχι για να δείξει το μεγαλείο Της. Έκλαιγε.
Έπειτα έβγαλε από το κεφάλι Της το μαφόριο – το μεγάλο γυναικείο κάλυμμα, με το οποίο σκέπαζαν το κεφάλι και τους ώμους – και το άπλωσε πάνω από τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τα λόγια του Βίου του μακαρίου Ανδρέα, έλαμπε «σαν αστραπή» και ακτινοβολούσε δόξα Θεού.
Να λοιπόν μια εξαίσια εικόνα: η πνευματική Μητέρα κλαίει και προσεύχεται για τα πνευματικά Της παιδιά, τα οποία ούτε καν γνωρίζουν ότι Εκείνη βρίσκεται τώρα δίπλα τους.
Η Θεοτόκος αναχώρησε, η χάρη έμεινε
Όσο η Παναγία Θεοτόκος βρισκόταν στον ναό, οι άγιοι έβλεπαν την σκέπη απλωμένη πάνω τους. Έπειτα, μετά την αναχώρησή Της, «Εκείνη την πήρε, προφανώς, μαζί Της, ενώ τη χάρη την άφησε σε όσους ήταν εκεί».
Ο Βίος τονίζει ότι η χάρη δόθηκε σε όλους. Όχι μόνο στον Ανδρέα και τον Επιφάνιο. Σε όλους. Και στον κοιμισμένο υπηρέτη του Επιφανίου, και στην κουρασμένη χήρα δίπλα στον κίονα, και στον έμπορο που σκεφτόταν τις δουλειές του.
Η χάρη δεν δόθηκε μόνο σε εκείνους που κατόρθωσαν να δουν το θαύμα. Δόθηκε σε όλους όσοι ήλθαν στον ναό για να προσευχηθούν.
Το κοντάκιο της εορτής λέγει το ίδιο: «Η Παρθένος σήμερον παρίσταται εν τη Εκκλησία, και μετά χορών αγίων αοράτως υπέρ ημών προσεύχεται τω Θεώ». Αοράτως – είναι η λέξη-κλειδί. Οι περισσότεροι από εμάς δεν θα δούμε ποτέ ζωντανή αγιότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εκείνη μας προσπερνά.
Αποκάλυψη στον ασκητή
Ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης το γνώριζε αυτό από προσωπική πείρα. Στα νιάτα του έζησε νουθεσία από την Υπεραγία Θεοτόκο. Κάποτε Εκείνη του είπε ότι δεν είναι καλό για Εκείνη να βλέπει αυτό που κάνει. Τα λόγια της Παναχράντου ήταν «ήσυχα, πράα», και για περισσότερα από σαράντα χρόνια ο γέροντας δεν μπορούσε να τα ξεχάσει. Θυμόταν: «Εγώ δεν την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα με έκανε να γνωρίσω Εκείνη και την αγάπη Της για μας».
Ο μέγας ασκητής δεν είδε τη Θεοτόκο, αλλά γνώρισε την πάνσοφη και περιεκτική αγάπη Της για τους ανθρώπους. Για αυτή την αγάπη είπε τα εξής: «Ζει στους ουρανούς και αδιάλειπτα βλέπει τη δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί ούτε εμάς τους φτωχούς και με το έλεός Της σκεπάζει ολόκληρη τη γη και όλα τα έθνη».
Η Σκέπη της Βασίλισσας των Ουρανών απλώνεται πάνω από όλους. Ακόμη και πάνω από εκείνους που τώρα δεν αισθάνονται τίποτα και χάνουν την πίστη τους κάτω από το βάρος των προβλημάτων και των στερήσεων.
Προσευχή μέσα στο σκοτάδι της ψυχής
Πολλοί πιστοί γνωρίζουν καλά την κατάσταση όταν στέκεσαι στη λειτουργία και ο νους σου περιπλανιέται στα σύννεφα. Προσεύχεσαι – και ως απάντηση υπάρχει σιωπή. Είναι φοβερό, ανησυχητικό, φαίνεται ότι ο Θεός γύρισε την πλάτη. Και έπειτα έρχεται η σκέψη: μάλλον κάτι δεν πάει καλά με μένα. Οι άλλοι κάτι βιώνουν, βλέπουν, αισθάνονται, ενώ εγώ είμαι άδειος.
Η ιστορία της Σκέπης υπενθυμίζει ότι από ολόκληρο τον ναό των Βλαχερνών το θαύμα το είδαν μόνο δύο. Όλοι οι άλλοι βρίσκονταν στο ίδιο πνευματικό σκοτάδι με εμάς. Και η Θεοτόκος έκλαιγε και προσευχόταν για αυτούς. Η Σκέπη Της απλωνόταν πάνω από εκείνους που δεν σήκωναν τα μάτια προς τον Ουρανό.
Η εορτή μιας λησμονημένης ιστορίας
Για πολύ καιρό αυτό το γεγονός δεν είχε ξεχωριστή εορτή. Ένας αρχαίος συγγραφέας απορούσε που μια τόσο «φοβερή και πολυεύσπλαχνη οπτασία» έμεινε χωρίς εορτασμό. Για να καλυφθεί αυτό το κενό, στην Εκκλησία σταδιακά εμφανίστηκε η ημέρα της Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στη Ρωσία άρχισαν να την εορτάζουν, πιθανότατα, τον 12ο αιώνα.
Την ημέρα αυτή στον ναό διαβάζεται το Ευαγγέλιο για τη Μάρθα και τη Μαρία, όπως και σε όλες τις εορτές προς τιμήν της Θεοτόκου. Ο άγιος Ιγνάτιος (Μπριαντσανίνοφ) εξηγούσε ότι η Θεοτόκος όχι μόνο διακόνησε τον Χριστό, αλλά ήξερε και να ακούει, όπως η Μαρία, «συντηρούσα πάντα τα ρήματα αυτού εν τη καρδία αυτής».
Η Μαρία στα πόδια του Χριστού απλώς καθόταν και Τον άκουγε, για το οποίο κέρδισε τον έπαινο του Θεού. Γι᾽ αυτό η Σκέπη είναι ιδιαίτερη εορτή για όλους όσοι προσεύχονται χωρίς οράματα, χωρίς αισθήσεις, χωρίς άμεση απάντηση άνωθεν. Η Θεοτόκος δεν απαιτεί από εμάς να Την δούμε. Ζητά μόνο να πλησιάσουμε σ᾽ Εκείνη με καθαρή καρδιά και να σταθούμε κάτω από τη μητρική Της προστασία και προσευχή.
